Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Α)


Ολοι μας γνωρίζουμε Ελληνικά, ποιός όμως από εμάς ξέρει καλά Κεφαλλονίτικα?
Θα σας παρουσιάσω με αλφαβητική σειρά όσες Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις μπόρεσα να συλλέξω.

Α

Αβαδέ = συνάντηση, ραντεβού
Αβάκα = συνεταιρικά, μισά - μισά
Αβάντα = κέρδος όχι πάντα θεμιτό, πλεονεκτική θέση
Αβάντι = εμπρός
Αβάρα = το τσιμπούρι που προσκολλάται και στο ανθρώπινο σώμα
Αβαρία = ζημιά
Αβδέλα = βδέλλα, που έκαναν αφαίμαξη
Αβδέλια = οι μεντεσέδες της πόρτας ή του παράθυρου
Αβεντόρος = πελάτης
Αβέρτα = ελεύθερα, ανοιχτά
Αβερτοσιά = ελευθερία, ανοικτός χώρος
Αβίζο = ειδοποίηση, μήνυμα, παραγγελία
Αβίτα = ισόβια
Αβλέμονας = κρημνώδης μορφή εδάφους
Αβλιατσίκι = λογομαχία
Αβουκάτος = δικηγόρος
Αγάλια = σιγά, σιγά
Αγανό = πλέξιμο αραιό, γενικά αραιό ύφασμα
Αγαντάρω = η αντίσταση, ψυχολογική και σωματική 
Αγγειό = σκεύος, αλληγορικά και το καθήκι
Αγγελόκρουξε = τρόμαξε κάποιον πολύ
Αγγελόκρουσμα = τρομάρα, φόβος
Αγγελώθηκα = το τσίμπημα από το αγκάθι
Αγιάζω τσι ταβέρνες = μπαίνω στις ταβέρνες και μεθάω
Αγιούτο = βοήθεια
Αγκλέουρας = δηλητηριώδης θάμνος (σκάσε βούλωστο)
Αγκλεούρι = πικρή γεύση
Αγκλιές = κακό κομμάτιασμα
Αγκομάχισμα = πολύς κόπος, λαχάνιασμα
Αγκούσα = η δυσφορία που δημιουργείται από το φαγητό
Αγκούτικας = σβέρκος
Αγκωνή = γωνία, του ψωμιού, η γωνία
Αγλοιά = αλίμονο
Αγραγκελωνιά = πυράκανθος 
Αγριοκώκι = βίκος
Αγραμπαλώνομαι = σκαρφαλώνω, γαντζώνομαι
Αγραπιδιά = άγριαχλαδιά
Αδερφοφάης = ο αδερφός που δημιουργεί προβλήματα στα αδέρφια του
Αδούρητος = ανεπρόκοπος
Άζουλα = κόπιτσα του φορέματος
Αηπάνου = πάνω, πχ. μου πήρε την αηπάνου μεριά, το απάνω μέρος
Αϊλιακας = αναρριχώμενο φυτό με αρωματικό άνθος
Αίρτα = στα προσεισμικά σπίτια το ανώφλι της πόρτας
Ακλερίτης = για αυτούς που δεν έχουν παιδιά
Ακοπανιά = σε μια στιγμή
Ακουρμένομαι = ακούω κάτι προσεκτικά
Άκωλη = η λίμνη Άβυθος
Αλάδωτος = αβάπτιστος
Αλαλιάζω = ζαλίζομαι, χάνω το νου μου
Αλαλιές = ανοησίες
Αλαμπρατσέτα = αγκαζέ
Αλαξιά = γιορτινό κουστούμι
Αλάργα = μακριά
Αλάργου = μακριά από εδώ
Αλατσίμα = τοις μετρητοίς
Αλαφιασμένος = δείχνει ανήσυχος, ξαφνιασμένος
Αλεγρία =  κέφι
Αλιάδα = σκορδαλιά
Αλισίβα = ελλείψει σαπουνιού, έβραζαν στάχτη για μπουγάδα
Αλιτζόρδινο = αναταραχή, φασαρία
Αλίτουρας = αλιτήριος
Αλιφασκιά = η φασκομηλιά 
Αλλαξά = το γιορτινό κουστούμι
Αλλαξοκωλιά = γάμοι μεταξύ συγγενών
Αλλαξομουσούδιασε = κάποιος που αλλάζει όψη
Αλλαχτό = σαν ξωτικό, τελείως χαζός
Αλουμάγκου = έστω, τουλάχιστο
Αλουποπορδή = άσπρο φυτό που βγάζει μια περίεργη σκόνη
Αλωνάρης = Ιούλιος
Αμά = κατόπιν, αργότερα
Αμάδα = παιχνίδι, παιζόταν με μια πέτρα
Αμάκα = αυτός που ωφελείται, σε βάρος του άλλου
Αμαλαγιά = αποτύπωμα πατήματος
Αμεδά = μήπως
Αμιτσίτσια = στενές σχέσεις, οικειότητα
Αμόλυψε = κάποιος που διέκοψε τη Σαρακοστή
Αμόντε = χαρτοπαικτικός όρος και το αρνητικό αποτέλεσμα μιας υπόθεσης
Αμορόζος = εραστής, αγαπητικός
Αμπαδάρω = κάποιον που υπολογίζω, που λογαριάζω
Αμπαντονάρω = εγκαταλείπω
Αμπενοκλάδι = θανατηφόρος ασθένεια, κατάρα
Άμπιτο = κειμήλιο, αντίκα
Άμπουλες = πίδακας νερού, μεγάλη ποσότητα
Αμπώνω = σπρώχνω
Ανάβολα = όχι βολικά
Αναγκαιμένος = αδύνατος
Αναδεξιμιός = το βαφτιστήρι
Ανάερος = ξεκρέμαστος, μετέωρος
Ανάκαρα = πνοή, αντοχή, κουράγιο
Ανακόλι = έμπλαστρο με φυσικά βότανα
Ανάλαιμα = το φαγητό που για κάποιο λόγο διακόπηκε δυσάρεστα
Ανανοήθηκε = πήρε είδηση ότι κάτι συμβαίνει
Αναούλα = αηδία
Αναπαμός = ανάπαυση
Αναπολητάνα = είδος χαρτοπαιχνιδιού
Αναπιάζει = για το προζύμι που έχει προετοιμαστεί από το βράδυ
Αναριτσιάζω = ανατριχιάζω
Αναρίτσισμα = ανατρίχιασα
Ανάσβολος = άβολος, ανάποδος
Ανασκαμνίζομαι = χασμουριέμαι
Ανασκηρίζω = κάτι που φύλαξα
Ανασμίδα = το θηλυκό γουρούνι
Αναφουφουλιάζω = το στρώσιμο του στρώματος με τα μαλλιά
Αναχάρασμα = μυρικασμός
Ανέμισμα = λίκνισμα στο αλώνι
Ανεμορούφουλας = ανεμοστρόβιλος
Ανεμορπής = ανεμοσκορπισμένα
Ανεμούρι = εξάρτημα του αργαλειού
Ανομάτος = είδος νάνου, λειψός
Ανταρεύτηκε = του άνοιξε η όρεξη, προκλήθηκε
Άντζα = οι γάμπες
Αντίβισε = πίεσε
Αντίγλωσσο = για αυτούς που αντιμιλούν
Αντιλαχτός = αποκρουστικός
Αντίο μαρτσέλλο = «φέξε μου και γλίστρησα»
Αντισκόβω = δυσκολεύω, πισωγυρίζω
Αντιστελώνω = η αντίσταση με τα πόδια
Ανώι = το πρώτο πάτωμα
Ανώρως = νωρίς
Αξάγκλια = η γυναίκα που είναι αχτένιστη
Αξαίνω = μεγαλώνω
Αξετίμητο = κάτι που δεν έχει εκτιμηθεί
Απάκιο = απάνεμο μέρος
Απεικάζω = ξεδιακρίνω
Απένα = μόλις
Απερτούρα = ευκαιρία
Απιδιά = αχλαδιά
Απιεντισά = αδιαφορία
Απίθωσε = ακούμπησε το
Απίκου επί τόπου, στη θέση του
Απίκουπα = μπρούμυτα
Απικουπίζω = γυρίζω κάτι ανάποδα
Απλάδα = μεγάλη ρηχή πιατέλα
Άπλερο = το πρόωρο παιδί
Απλύ = το ρηχό πιάτο
Από κουκί = «παρά τρίχα»
Απογέννι = μικρά αυγά που γεννούν οι παλιές κότες 
Απόδεμα = μάγια για ανικανότητα νιόπαντρου
Αποδιαλεούρια = αυτά που απέμειναν 
Αποκάθενε = κάτω από κάτι
Αποκατάρι = τα χαμηλά κλαδιά της ελιάς, ή των δέντρων
Αποκλαμός = του χταποδιού το πλοκάμι
Αποκολλωμένη = με τα παπούτσια στο χέρι
Αποκοπή = η τελευταία μέρα του χρόνου
Απολοή = απολογία
Απομιτίστηκε = ξεχάστηκε σκυμμένος κάπου
Απόμπηξη = κομμάτι ξερού ξύλου που περισσεύει
Απομπούκουνα = κομμάτια ξερό ψωμί
Αποξυλωμένος = ξυλιασμένος σαν νεκρός
Αποπαίρνω = κατσαδιάζω
Απόπερα = διάτρητο
Απόρριξε = η πρόωρη γέννα, αποβολή
Απόσκιο = η πλαγιά που σκιάζει το απόγευμα
Απόστο = εγκαίρως, πάνω στην ώρα
Απότρυπα = διαμπερές
Αποτσουτσουρωμένος = του έχουν αφαιρέσει το λόγο
Άπραη = χωρίς πείρα
Αραλίκια = οι ευκαιρίες κάπου να αράξεις
Άραχλο = άχαρο, πένθημο
Άραχνα = κάτι πένθιμο, μαύρα κι άραχνα
Αρβάλι = το χερούλι του κουβά (σίκλου)
Αργολαβία = ερωτοδουλειές
Αργκομέντο = πρόφαση, δικαιολογία
Αρεσκιά = το προικοσύμφωνο
Αρεστάρισμα = η σύλληψη από την Αστυνομία
Αριβάρω = φτάνω
Αρίδι = τρυπάνι
Αρίλογας = κόσκινο που ξεχωρίζει την αίρα από το στάρι
Αριποδιά = δρασκελιά, μεγάλο βήμα
Αρμάκι = τμήμα με χώμα που συγκρατείται με λιθιά
Αρμάρι = το ντουλάπι της κουζίνας
Αρνοκόπι = τα μαλλιά που κουρεύουν, των προβάτων
Αρού- παρού = σκόρπια, εδώ και εκεί
Αρπάδι = αυτό με το οποίο ανασύρουν τους κουβάδες από τη στέρνα
Αρτάνα = παρτέρι για λουλούδια
Αρτοπλασία = οι πέντε άρτοι στην εκκλησία
Αρτύθηκε = διέκοψε τη νηστεία
Ασασίνος = δολοφόνος
Ασκολύμπρους = αγκάθια με άσπρες νόστιμες ρίζες
Ασκοπούλια = τα ασκιά που γινόταν από δέρμα ζώου κι έβαζαν το λάδι στα λειτρουβιά
Ασκουπουλιάζουμε = η ατσούμπαλη πτώση σαν το ασκί
Ασπέτα = περίμενε
Ασπροφουδιασμένα = τα άσπρα ρούχα της μπουγάδας
Αστεντούε = δια της βίας, με το έτσι θέλω, οπωσδήποτε
Ασύφταος = κάποιος που δεν έφτασε στο προορισμό του
Ασφάκα = θάμνος, συγγενής της φασκομηλιάς
Ασφελαχτός = αγκαθωτός θάμνος με αρωματικά κίτρινα λουλούδια
Ατακάρω = κάνω έφοδο
Ατετσιόνε = προσοχή
Άτζα = γάμπα
Ατζάρδος = τολμηρός, επιτήδειος
Ατζιώνω = θυμώνω, αγριεύω
Ατούρες = συμπτώματα της εγκυμοσύνης, εμετοί, κακοδιαθεσία
Ατσάραντος = πουλάκι μικροσκοπικό
Άτσοντα-άτσοντα = άκρη-άκρη
Ατσιντέντε ατύχημα, συμβάν
Ατσούπι = ο πλαϊνός τοίχος του σπιτιού
Αυγατίζω = τα κάνω περισσότερα
Αυγουστέλες = οι συκιές που κάνουν το Μάιο και τον Αύγουστο σύκα
Αφιδεύομαι = εμπιστεύομαι
Αφόντες = αφού
Αφόρια = τα ρούχα που δεν έχουν φορεθεί
Αφράλα = το αλάτι που μένει το καλοκαίρι στις πέτρες
Αφριάστηκε = το φτέρνισμα
Αφρόντο = προσβολή
Αχαντές = χαζός, μικρόμυαλος
Άχαρος = κάποιος που δεν χάρηκε
Αχνούπας = περιλαμβάνει τους καρπούς του σταριού, βρώμης κ.τ.λ.
Αχούνουπας = τ΄αχάνια του σταριού
Αχρόνιαος = αναφέρεται και στην κατάρα, να μην ξεχρονιάσεις
Αψιαίματος = θερμόαιμος
Αψίληθρας = φυτό διαδεδομένο αρωματικά
Αψιώνω = ανάβω από θυμό, ζεσταίνομαι
Αψώθηκε = θύμωσε, έτοιμος για καυγά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου