Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδιωματικές Λέξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδιωματικές Λέξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Φαγώσιμα Χόρτα της Ελλάδας "Πετρομάρουλο"


Πετρομάρουλο

Άλλες ονομασίες: Αγριομάρουλο
Οικογένεια: Αστεροειδών-Asteraceae

Διετές φυτό που μπορεί να φτάσει το 1 μέτρο. Φυτρώνει παντού σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας. Έχει χοντρό κεντρικό βλαστό με αγκάθια. Οι βλαστοί και τα φύλλα του περιέχουν γαλακτώδη χυμό, ο οποίος είναι ηρεμιστικός και φτιάχνει την διάθεση. Το ώριμο μεγάλο φυτό είναι ελαφρώς τοξικό. Τα τρυφερά φύλλα του όταν είναι ακόμα μικρό, βράζονται και τρώγονται μόνα τους ή με άλλα χόρτα.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Χ,Ψ,Ω)


Χ

Χάβαρο = όστρακο
Χαλάζοι = μικροί άσπροι βόλοι στο χοιρινό κρέας
Χαλέπεδο = ερείπιο, μισογκρεμισμένο σπίτι
Χαλίκι = πετρούλα 
Χαλικόγιο = γη με χαλικερό χώμα
Χαμόγειο = ισόγειο
Χάπατο = χαζός, κορόιδο
Χαρδαμπάσι = οχλαγωγία
Χάσκει = χαζογελάει
Χεζάς = δειλός, φοβητσιάρης
Χήνος = σπουργίτι
Χίστος = το γεννητικό μόριο γυναίκας
Χόλιασε = πεισμάτωσε
Χοροστάσι = κατάλληλος χώρος για χορό
Χουμάω = ορμάω
Χρεία = ανάγκη 
Χρίστηκε = λερώθηκε
Χυμονικό = είδος καρπουζιού

  
Ψ

Ψαρά = ψαριά
Ψάνες = στάχυα σταριού
Ψάνια = βραστερά όσπρια
Ψαχουλεύει = ψάχνει χωρίς να βλέπει 
Ψημάρα μου = δυστυχία μου
Ψιμάδι = γεννημένο σε προχωρημένη εποχή
Ψωλιόνας = θαλάσσιο μαλάκιο


Ω 

Ωρμασε = ωρίμασε

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Φ)


Φ

Φάβρος = σιδεράς
Φακίνος = αχθοφόρος, χαμάλης
Φακότο = μικρό σακί
Φαλιμέντο = χρεωκοπία, πτώχευση
Φαμόζος = ξακουστός, ονομαστός
Φάουσα = γάγγραινα, γκρίνια
Φαρομανάω = παίζω έντονα, κάνω σκανταλιές
Φαρομάνια = γλέντι έξαλλο
Φάσκελο = μούντζα
Φάσσο = δεμάτι κληματόβεργες
Φαστίδιο = λιποθυμία, δυσφορία
Φάως = βελανιδιά
Φελάω = αξίζω
Φελλί = μικρή φέτα
Φέρμα = στέρεα, ακριβώς
Φερμάρω = στερεώνω, στέκω και περιμένω
Φέστα = γλέντι
Φέστουλα = συρίγγιο
Φηρίρει = τσουγκρίζει πασχαλινά αυγά
Φιδόνα = ύπουλη γυναίκα, καταχθόνια
Φιδοτρώομαι = ανησυχώ, μπαίνω σε υποψίες
Φιδοφαγώθηκε = υποψιάστηκε
Φιλιά = δώρο, πεσκέσι
Φιόρο = λουλούδι
Φιρίδα = τρύπα σε τοίχο
Φιρί-Φιρί = γυρεύοντας
Φιρίρω =τσουγκρίζω
Φλοέντσα = συνάχι
Φόκο = φωτιά
Φόρος = αγορά, πιάτσα
Φορτσάρει = αγριεύει, δυναμώνει
Φορτσέρι = μπαούλο
Φουμέντο = ατμόλουτρο στο κεφάλι
Φούμπια = εντοιχισμένη σιδερένια υποδοχή πορταδέλλας
Φουνταδόρος = εσωτερική ασφάλεια πόρτας
Φουντωσιά-Φουντί = οι κάτω τάπες ξύλινου βαρελιού
Φουρκαδέλλες = φουρκέτες
Φουρκισμένος = θυμωμένος
Φραγκέττα = στοίβα από ξύλα
Φρακάσας = φαντασμένος
Φράντζα = αφροδίσιο νόσημα
Φρίτσες = φέτες ψωμί φρυγανιασμένες
Φτγεί = φτύνει
Φτενός = λεπτός, στενός 
Φτηξιά = σταγονίτσα
Φυό = ανυπόφορο κρύο

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Κεφαλλονίτικες Ιδωματικές Λέξεις (Τ)


Τ 

Τάβλα = σανίδα
Ταβλομάχαιρο = μαχαίρι τραπεζιού
Ταβολίνι = μικρό τραπέζι
Τακίμι = κουστούμι
Τακουί = πορτοφολάκι τσάντας
Ταπέτο = χαλί
Τάραμα = αναστάτωση, θυμός
Ταράω = κοιτάζω
Ταρκαζίνα = δερμάτινος σάκος τσοπάνηδων
Τάρταρος = κατάλοιπα κρασιού επικολλημένα στο εσωτερικό βαρελιού
Ταταλιά = φοινικόδεντρο
Ταταράζει = κλαίει με πείσμα
Ταφιάζομαι = σκοτώθηκε από πέσιμο
Τενέλι = δόκανο για πουλιά
Τέντα- γρέντα = φαρδιά πλατιά
Τερμενάρω = περιμένω, χρονοτριβώ
Τεσταδόρος = φαντασμένος
Τζατζαμίνι = γιασεμί
Τζέντζερης = χάλκινη κατσαρόλα
Τζέντζερας = μεγάλη δηλητηριώδης σφίγγα
Τζογαδόρος = χαρτοπαίχτης
Τζογάρω = παίζω τυχερό παιχνίδι με χρήματα
Τζόγια = χαρά, ομορφιά
Τζόρτζινας = είδος μεγάλης σφήκας
Τηράω = κοιτάζω
Τίποτσι = τίποτα
Τομάτσι = είδος νωπών χοιλοπήτων
Τόμου = αφού, όταν
Τόντις = αληθινά
Τόρτσα = χοντρή λαμπάδα
Τουβαέλι = υφασμάτινη πετσέτα του φαγητού
Τουμπάνι = είδος δερμάτινου κόσκινου
Τουμπάνιασε = παραφούσκωσε
Τουρλίδα = γρύλος, τριζόνι
Τουρμαλίνα = πολύτιμο πετράδι
Τράβο = πάτερο
Τραιτούρος = διπρόσωπος, δόλιος
Τράουζα = παντελόνι
Τραπέτσι = πολύ ξινό
Τραταμέντο = κέρασμα
Τρατάρω = κερνώ
Τράτο = χρονικό περιθώριο
Τρεματούρα = τρέμουλο, ρίγος
Τρεμέντζο = εσωτερικό χώρισμα σπιτιού
Τριγυράντα = περίπατος
Τριζόνι = ροκάνα
Τριόλι = μικρό μπαρμπούνι
Τριομφάρω = θριαμβεύω
Τριπιντάρα = μπουκάλα πού χωράει τρεις πίντες
Τρίπουλας = μικροκλέφτης
Τρισέτο = είδος χαρτοπαίγνιου
Τρίτσα = ψάθινο καπέλο
Τρόμπουλες = φασαρίες
Τρωγάδα = σφοδρός νότιος άνεμος
Τσάζω = μιλώ
Τσάκωσε = έπιασε
Τσαμπούνα = είδος σφυρίχτρας από λεπτό καλάμι
Τσαμπουνάω = φλυαρώ
Τσαρκαρεύω =ψάχνω
Τσάρκος = χώρισμα μαντριού για νεογέννητα ζώα
Τσαρουχόλουρο = λεπτή στριφτή δερμάτινη λωρίδα
Τσάχαλα = σκουπίδια
Τσελεμπριτά = ξακουστός, σπουδαίο πρόσωπο
Τσεντιλιτά = ευγένεια, τυπικότης
Τσερέπα = ψήνει φαΐ στη χόβολη
Τσερβέλο = κεφάλι, μυαλό
Τσέρτα = σιγουριά
Τσερταμέντε = βεβαιότητα
Τσιγαρίδι = γιαχνιστά χόρτα
Τσιγκριά = αγκαθωτό σύνεργο που διαχωρίζει τις γερές τρίχες μαλλιών
Τσίγκρισε = ερέθισε, προκάλεσε
Τσιέρα = χρώμα προσώπου
Τσίκα = γιομάτο μέχρι επάνω
Τσιλίχουρδα = εντόσθια αρνιού
Τσίμα = κορυφή, άκρη
Τσιμουδιά = ησυχία
Τσίνιαρης = οξύθυμος
Τσινοβράκι = παντελόνι από μάλλινο υφαντό
Τσιπούνι = ζακέτα
Τσιπουριά = πιεστήριο για πατημένα σταφύλια
Τσιπουρίτης = τσίπουρο
Τσιροπούλια = σπουργιτάκια
Τριρλιό = διάρροια
Τσιρτσιμούτσι = καυστική σόδα
Τσίφα = γίδα με μικρά αυτιά
Τσουγνί = ολόμαλλο υφαντό
Τσούζει = δέρνει με μαστίγιο ή λεπτή βέργα
Τσόλια = τρίχινα φάκελλα ελαιοτριβείου
Τσούλο = πρόβατο με μικρά αυτιά
Τσούλωσε = σήκωσε τ αυτιά για να ακούει καλύτερα
Τσουράπια = κάλτσες
Τσουρδέλα = παλιοθήλυκο
Τσουρούφλια = κατσαρωμένα μαλλιά
Τσώπα = σώπασε
Τσουρλάω = πίνω
Τυλιγάδι = κοντάρι με διχάλες στις άκρες για τύλιγμα νημάτων

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Κεφαλλονίτικες Ιδωματικές Λέξεις (Σ)


Σ 

Σαγάνι = καπάκι κατσαρόλας
Σαγιαδόρος = χειροποίητη μπετούγια
Σάγιασμα = υφαντό ύφασμα που προστάτευε τα ιδρωμένα ζώα
Σάγρος = δερματοπάθεια βρεφών 
Σαλαβρίχα = μεγάλη σαύρα
Σαλάγιασμα = καθοδήγηση των ζώων
Σαλαμίδι, και σαλαβρίχα = σαμιαμίδι
Σάλαος = θόρυβος
Σάλιο στη μύτη (βάνω) = κοροϊδεύω, εξαπατώ
Σαλίτζο = δάπεδο
Σαμάκι = ρουκέτα
Σαμαροσκούτι = το ύφασμα του σαμαριού
Σάματις = μήπως
Σαμουτσούλα = σφυράκι
Σάμψυχος = αρωματικό χόρτο για πίτα
Σαράκος = μεγάλο πριόνι για δέντρα
Σαρτάω = πηδάω
Σάρτος = μεγάλο πήδημα
Σάρωμα = σκούπα
Σβέρδονας = νόθος γιος
Σβίδο = κούρδισμα, εριστική πρόκληση
Σβιλάδα = ανεμοστρόβιλος, αλλά και έντονος κοιλόπονος
Σβιντάρω = πειράζω κάποιον
Σγαράρω = μετακινώ, βγαίνω από τη θέση
Σγαρίλιος = αλάνι, μάγκας
Σγαρνίζει = σκάβει
Σγόμπα = καμπούρα
Σγουμπός = καμπούρης
Σγουριά = χτύπημα
Σεγόντο = δεύτερη φωνή στις καντάδες
Σέκιο = μονάδα μέτρησης υγρών, 20 πίντες
Σέκο = σκληρό καπέλο
Σέκος =  τον στέγνωσε ο αέρας, ξερός
Σεληνιασμός = επιληψία
Σέμπρε = συνέχεια, διαρκώς
Σέμπρος = χτύπημα μισά-μισά, συνεταιρικά
Σενιάρω = ταχτοποιώ
Σεντούκι = μπαούλο
Σεπάριο = αυλαία
Σεράτα = βραδινή συναυλία
Σερβιτσάλια = σερβίτσια
Σεριόζα = σοβαρά
Σέρπετο = πεταχτό, προκομμένο
Σέστα = καμώματα
Σεστάρισμα = νοικοκύρεμα
Σημαμένη σαρκάλα = σπασμένο κεφάλι
Σίβο = γκρίζο πρόβατο
Σιγκούνεψε = βρώμισε
Σιγουράντσα = σιγουριά, ασφάλεια
Σίδαυλο = μασιά
Σίκλος = κουβάς
Σιμάθε = από κοντά
Σιμονίτσα = πρώιμα φυτρωμένος σπόρος που είχε μείνει στο χώμα
Σιμπόνεψε = βρώμισε
Σινοπίδι = ασθένεια κηπευτικών
Σιορ = κύριος (τίτλος ευγενείας)
Σιόρα = κυρία
Σιορπάτρης = πατέρας
Σιροκολέβαντο = πολύ άσχημος καιρός
Σιφερτάση = σερβίτσιο φαγητού
Σίχλα = μούχλα
Σκαλέτες = ραδιουργίες, τεχνάσματα
Σκαλόπετρα = σαρανταποδαρούσα
Σκαλούνι = πέτρινο σκαλοπάτι
Σκαμνιά = μουριά που κάνει μεγάλα μούρα
Σκαμπέλο = κομοδίνο
Σκάνιο = σκαμνί
Σκανταλέτο = σίδερο με κάρβουνα
Σκαντζάρω = αλλάζω, αντικαθιστώ
Σκάντζια = ξύλινο ράφι για πιάτα
Σκάντζουπας = μικρόσωμος
Σκαπουλάρω =γλιτώνω
Σκαραφόνος = μαχαιροβγάλτης, αλλά και πειραχτήρι
Σκαρίζει = ωριμάζει
Σκαρίκια = ευχάριστη είδηση
Σκαρίσανε = αρχίσανε να ωριμάζουνε
Σκάρισε = έβγαλε το κοπάδι για βοσκή
Σκαρόβλογο = κατάρα
Σκάρτο = όχι όλο, όχι πλήρες
Σκαρτσουμάδια = μικρά όστρακα
Σκαρτσούνια = μάλλινες κάλτσες
Σκαρφίστηκε = του ήρθε ιδέα, σκέφθηκε
Σκάση = στενοχώρια
Σκατζοπέρναρο = πουρνάρι άγριο με μικρά φύλλα
Σκατοκουτάλα = υβριστικό για όσους σπέρνουν λόγια
Σκάτουλα = κουτί σπίρτων
Σκατόψυχος = υβριστικό για πεθαμένο με κακές πράξεις εν ζωή
Σκέπη = βαμβακερό μαντήλι
Σκιαζάρης = δειλός, φοβητσιάρης
Σκιάζομαι = φοβάμαι
Σκλεπούνι = μικρό κουνούπι
Σκλήθρα = μυτερό κομμάτι ξύλου
Σκλιτσέτο = κλύσμα
Σκολοπετρίδα = σαρανταποδαρούσα
Σκόρσο = τράνταγμα
Σκορτσάμπουνο = χειροποίητο μουσικό όργανο από δέρμα ζώου
Σκοτίδι = σκοτεινά
Σκοτίδια = σκοτάδια
Σκουλάρισε = έπαψε να φαίνεται
Σκουλαμέντα = Τα αφροδίσια νοσήματα
Σκούλι
= το όχι κοφτερό μέρος του μαχαιριού
Σκούρα = τα παραθυρόφυλλα
Σκουράντζος = ρέγκα καπνιστή
Σκουσμάκια = δυνατές φωνές ή κλάματα
Σκουτέλα =μεγάλο φλιτζάνι
Σκουτέλι = μικρό φλιτζάνι
Σκουτί = ρούχο
Σκουτιά = ρούχα
Σκρεμιδεύω = παίζω
Σκρίτο = συμβόλαιο
Σκροβοντίστηκε = έπεσε και χτύπησε
Σκρούμπος = σκουμπρί
Σκρόφα = γουρούνα
Σκρόφουλες = καρκίνος του λαιμού
Σκρώχνει = τσιμπάει, κεντρίζει
Σκυβάρω = υπομένω
Σμαρδακάγια = ζημιά
Σογάντζα = διακοσμητικό διάζωμα κτιρίου
Σοκάρδι = είδος γιλέκου, στηθόδεσμος
Σόλιο = παιχνίδι τράπουλας
Σόμπολα = μικρές πέτρες
Σοναδόρος = οργανοπαίχτης
Σοτανά = διάολε
Σοτροπιάζει = το σεστάρει, το τακτοποιεί
Σουγιέλο = λούκι
Σούζο =ακίνητος
Σουλάτσο = περίπατος
Σουλιμέντο = γλυκότροπο
Σούμπιτος =ολόκληρος
Σουρδαλίμω = σουρλουλού
Σούρδου-μούρδου = ακαταστασία
Σουρλάς = ξύλινος κάδος
Σουρούπι = ρόφημα ζεστό για γρίπη
Σουρτάρα = το ζώο που πάει μπροστά και ακολουθούν τα άλλα
Σουρτούκο = πανωφόρι
Σούρωμα = στράγγισμα
Σουσουμιάζει = παρομοιάζει
Σουσούμια = χαρακτηριστικά
Σουσουράντες = κουτσομπόλης
Σούτα = γίδα χωρίς κέρατα
Σοφιγάδο = πατάτες γιαχνί
Σπαβεντάρω = τρομάζω
Σπαβέντο = τρομάρα
Σπαγκαδόρος = επιδειξίας, φαντασμένος
Σπακάδα = επιδειχτική πόζα , καυχησιά
Σπαλέτα = σάλι, κασκόλ
Σπάος = σπάγγος
Σπαρτσίνα = λεπτό σχοινί
Σπασμένος = ο έχων κήλη
Σπατσάρω = σκουπίζω, ξεμπερδεύω, παρατάω
Σπεκτάκολο = εξαιρετικό θέαμα
Σπερματσέτο = κερί
Σπερνά = κόλλυβα, όχι μόνο στα μνημόσυνα αλλά και στα πανηγύρια
Σπετσιέρης = φαρμακοποιός
Σπετσαρία = φαρμακείο
Σπιανάδο = ισοπεδωμένο
Σπιέρα = τζάμι
Σπίλα = κάρφωμα
Σπιτάλιο = νοσοκομείο
Σπλομανάει = χτυπάει η καρδιά του
Σποδέρνω = άνοιξε η μύτη μου
Σπολάητης = εις πολλά έτη, να μου ζήσεις
Σπολέτα = φυτίλι
Σπόρισε = έχει ευκοιλιότητα
Σπρέτσο = ταπείνωση
Σταγκωτής = γανωματής
Στάκα = στάσου, περίμενε
Σταλός = ιερό μέρος για πρόβατα
Σταλώνω = ωριμάζω 
Στάμα = τα ελαιόπανα που μπαίνουν κάτω απο το πιεστήριο
Σταμνί = μετρική μονάδα κρασιού 94 πίντες
Σταμπιλίτος = πληρώνεται για να κάνει κάθε κακό
Στανιάρησε = έγινε στέρεο, σιγουρεύτηκε
Στανιό = ζόρι 
Σταξιά = σταγόνα
Στασινάρω = βιάζω, βασανίζω
Στατέρι = στατήρ
Σταφυλιώνας = επιγλωτίδα
Σταφνισμένος = προκομμένος, μυαλωμένος
Σταφυλιόνι = νόστιμο χόρτο που φυτρώνει σε αμπελώνες
Στγεί = στήνει παγίδες
Στελιάζω = στυλώνω, στήνω
Στέλλες = διχαλωτά στυλάκια για ανασήκωμα φυτών
Στελομάρτιασε = στρίμωξε
Στένεψη = άσθμα
Στέρφα = στείρα
Στεφάνια = μεγάλες προεξέχουσες πέτρες
Στιμάρω = εκτιμώ, σέβομαι
Στιχερό = το όρθιο ξύλο στο κέντρο του αλωνιού
Στόσμιγο = ανακατωμένο αλεύρι σιταριού και κριθαριού
Στουντιάρει = μελετάει
Στουπίρω = μένω έκπληκτος, θαυμάζω
Στουπουλίδα = ψιλό και πυκνό χιόνι 
Στραβοκατακλείδιασε = στράβωσε το σαγόνι
Στράκωσε = πάτησε πολλές φορές το δρόμο
Στρατόνι = αμαξωτός δρόμος
Στράτσο = παλιό κουρέλι
Στρέπετος = θόρυβος
Στριφογκώνιασε = τον στρίμωξε
Στρίφτουλας = σβούρα
Στρουμπάρα = ασθένεια των αιγοπροβάτων
Στρουνιάρης = δύστροπος διεκδικεί δίκιο χωρίς ν΄ έχει
Συβίζω = ταιριάζω ζώα
Συγκάνω = ταιριάζω απόλυτα με κάποιον
Συγκάρτσελοι = φύγανε όλοι μαζί
Συγορία = γλυκομίλητη
Συθέμελα = από τα θεμέλια
Συλίντριχος = από τα θεμέλια
Σύλογα = κουτσομπολιά
Σύμασε = μάζεψε, συγκέντρωσε
Συμπαγαδώνω = καθησυχάζω
Συμπάει = βάζει ξύλα στην φωτιά
Συμπούρμπουλοι = όλοι μαζί
Συνέμπασα = αποθήκευσα τα προϊόντα
Συνορίτες = γείτονες στα κτήματα
Συνόσκαλος = συνομήλικος
Σύντα = όταν
Συντροδή = οχλαγωγία, φασαρία
Συχέριο = κοινή προσπάθεια
Σφαγαριά = η Κυριακή της Αποκριάς
Σφαή = σβέρκος
Σφαλάγκι = αράχνη
Σφαλαγκουνιά = ιστός αράχνης
Σφαλιάστηκε = έπαθε στη γέννα
Σφίγκλα = καρφίτσα ραπτικής
Σφογάρει = κατουράει 
Σφόγιο = σφήνα που μπήγουν στα κούτσουρα
Σφόντυλας = η σπονδυλική στήλη
Σφοντύλι = ξύλινο βαρίδι διάτρητο, μέρος του αδραχτιού
Σφουντουρίζει = εκσφενδονίζει
Σωκάρδι = στηθόδεσμος, φανελάκι, εσωτερικό ρούχο
Σώνω = φτάνω
Σώσεζε = σάπισε
Σωτοβέλεσο = άσπρο μακρύ μεσοφόρι  

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Ρ)


Ρ

Ρακοπότηρο ή ρακογιάλι = ποτήρια για ρακί που έβγαζαν από το μούστο
Ραμολιμέντο = ξεμωραμένος γέρος, ξεκουτιάρης
Ράπες = τα κοτσάνια του θερισμένου σιταριού και της βρώμης
Ρεβερέντσα = χαιρετισμός, υπόκλιση
Ρεβερίζω = τιμώ
Ρεγάλο = δώρο, φιλοδώρημα
Ρεγουλάρω = ρυθμίζω, χειρίζομαι
Ρεγουλάρω = κανονίζω κάτι σε μηχάνημα, ρυθμίζω
Ρεμενάτα = τα καμπυλωτά των παραδοσιακών σπιτιών
Ρεμέντζο = αποκούμπι
Ρεμέντιο = φάρμακο
Ρεμπάρτα = φερμουάρ
Ρεμπεσκές = αλήτης
Ρεντάκι = τρεχάκι
Ρεντάτος = τρεχάτος
Ρεντικολάρω = ρεζιλεύω
Ρεντικολέτσα = ρεζιλίκι
Ρεντίκολο = ρεζίλι, γελοίος
Ρεουσύρω = πετυχαίνω
Ρέπεδο = ερείπιο, κατεστραμμένο κτίριο
Ρεπόμπο = (μεταφορικά), ένα καλό μάθημα
Ρεπόρτο = αναφορά, έκθεση
Ρεπόσο = με την ησυχία σου, ανάπαυση
Ρεσεύω = κακομαθαίνω
Ρετζά = ελεημοσύνη, ψυχικό
Ρετσέτα = συνταγή
Ρέτσι = τυρόγαλο
Ρεφόρτσο = δυνάμωμα
Ρεφούδος = λαίμαργος
Ρεχάτι = τεμπελιά
Ριάζεται = θρηνεί
Ριγανάδα = παραδοσιακό φαγητό με βρεγμένο ψωμί, λάδι και ρίγανη
Ρίμνα = ρίμα
Ριπίζω = χύνω
Ριπιτίδι = η διάρροια
Ρίτσιο = κατσαρό
Ριφόρτσο = δύναμη, τόνωση
Ρνίθι = κοτόπουλο
Ρόγγισε = πήρε φωτιά
Ρόγιασμα = πόνοι στο στομάχι
Ρογός = χώρος που αποθηκεύεται ο ελαιόκαρπος
Ροδέλα = είδος πυροτεχνήματος
Ροζαμάπα = μεγάλο τριαντάφυλλο
Ροζόλι = κόκκινο ποτό που προσφερόταν στους γάμους
Ροϊ = επιτραπέζιο δοχείο λαδιού με μικρή οπή
Ρόιδο = ξύλινη ή καλαμένια κατασκευή όπου τοποθετούσαν το μαλλί για να το στρίψουν
Ροκάδες = δόντια σκόρδου
Ροκέλο = η ανέμη, η κουβαρίστρα
Ρομαντσίνα = κατσάδα
Ρομπόλα = άσπρο παραδοσιακό κρασί της Κεφαλλονιάς
Ρονιά = το νερό που πέφτει από τα κεραμίδια, το αυλάκι του κεραμιδιού
Ρόντα = βόλτα, όλο ρόντα γυρίζει
Ροσοπύλια = ασθένεια που γιατρευόταν με ξόρκια
Ρότα = ροή των πραγμάτων
Ρούγκλα = μύξα
Ρούγος = δρόμος
Ρούδι = βουνό της Κεφαλλονιάς
Ρουμάνα = τα μαρούλια
Ρούμπωσε = χόρτασε
Ρουφιά = μια γουλιά
Ρουχουνίζω = ροχαλίζω 


Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Π)

Π

Παδείρησα = ταλαιπωρήθηκα
Παδέλα = πήλινη κατσαρόλα
Πάκια = νεφρά
Παλαβιάρης = ανόητος, μικρόμυαλος
Παλαμίζω = σοβατίζω
Πάλε = πάλι
Παλιάτσα = μέτρο λαδιού
Πανιάστηκε = πονηρεύτηκε
Πάντα κι άλλη = από το ένα μέρος κι από το άλλο
Παντιέρα = σημαία
Παπανούρα = παπαρούνα
Παπαρδέλες = ανόητες ψευτιές
Παπόρι = βαπόρι
Παπούδιασε = μούσκεψε στο νερό
Παραγκολή = παραγγελία
Παραζούζουλος = ελαττωματικός
Παρακατούλια = υποδεέστερος
Παράκλι = συρτάρι επίπλου
Παρακουφάδες = έβγαλε παρακουφάδες, κουφάθηκε
Παραμπάτης = απρόσκλητος, ανεπιθύμητος
Παρασάνταλο = παλιοπάπουτσο
Παρασκάλισμα = εξάρθρωση
Παρασούζουλο = εκτρωματικό
Παράτροπος = δύστροπος, παράξενος
Παργατάρω = παραβγαίνω, συναγωνίζομαι
Παρί = παρά, μονάχα
Πάρλα = κουβέντα
Παρμένος = ακίνητος από πόνους
Πάρτε διαόλοι βάγια = ασυδοσία
Παρτικουλάρω = υπερασπίζομαι
Πασέτο = μέτρο
Πασεγγιάρει = γυροφέρνει
Παστόκα = ψευτιά
Πάστρα = καθαρό
Παταούδιασε = πάγωσε
Πατέλα = πεταλίδα
Πατριδί = φασαρία
Πέζο = ζυγαριά, βάρος
Πειρί = ο πύρος του βαρελιού
Πεκούλι = μικρό μερτικό από αγροτικό εισόδημα
Πενσάδος = συλλογισμένος
Πέρα περού = πέρα-πέρα
Περατζάδα = βόλτα, πέρασμα κόσμου
Περατζάδες = επιδειχτικές βόλτες
Περγουλιά = κληματαριά
Περδικοπάνι = κυνηγετικό παραπλανητικό πανί για πέρδικες
Περέσι = ανοιχτό, διάπλατο
Περικοπά = διακοπές κατά διαλείμματα
Περικουλόζος = επίφοβος
Περμιράκουλο = ελεημοσύνη
Περόνι = μεγάλο καρφί
Περσίμπουλο = μαϊντανός
Περφέτα = τέλεια
Πετέγολος = πολυλογάς
Πετιμέζι = μούστος πολύ βρασμένος
Πέτο = στέρνο
Πετρίτης = γεράκι
Πέτσο = γερός καυγάς
Πετροκόριθο = σταφύλι επιτραπέζιο
Πεύκι = κουρελού
Πηαίνω = πάω
Πητακομένο = στοιβαγμένο, πιεσμένο
Πιβάντα = νερωμένο ξύδι
Πίγουλη = φιδές
Πιέτα = ελεημοσύνη
Πικαρισμένος = πειραγμένος
Πικάρω = πειράζω
Πικιώνι = κύπελλο
Πίκος = μικρή βάρκα
Πινακωτή = το γινωμένο ζυμάρι πριν το ρίξουν στο φούρνο
Πινιάτα = χάλκινο καζάνι για νερό
Πινομή = για το χατίρι σου
Πίντα = μονάδα για υγρά
Πίρνος = μεγάλο πουρνάρι
Πισάρα = φυτό για σαλάτα και όσπρια
Πιστρό = παρδαλό
Πίστωμα = πίστωση
Πιτοπούλι = το λειψό ψωμί στη χόβολη
Πίτσι = παιχνίδι που παιζόταν με δεκάρες
Πιτσιλίρω = μου στρίβει, τρελαίνομαι
Πλεούρια = μπαλωμένα τσαρούχια
Πλοκωτή = το χώρισμα με τα άχυρα
Πλοχεριά = χούφτα
Ποδολόγος = ύφασμα που τοποθετούσαν στο κεφάλι οι γυναίκες που μετέφεραν βάρη
Ποδόχι = στο λινό μια γούρνα που πέφτει ο μούστος μέσα
Ποκάρι = δέσμη μαλλιών κάθε προβάτου κατά το κούρεμα
Πομποφάνειες = ανόητες επιδείξεις
Πονίδι = απόστημα
Πόνσο = σφυγμός
Πόντα ή πούντα = κρύωμα
Ποργιά = η είσοδος
Πορδόμυλος = καυγάς
Πορόκλι = ο φράχτης
Πορταδέλια = χειροποίητος μεντεσές
Πόρτεο = το δωμάτιο της εισόδου
Πορτόνι = αυλόπορτα
Ποστιάζω = τακτοποιώ πράγματα
Πότα = πότε
Ποταχιά = νωρίς το πρωί
Πουζουνάρα = τσέπη
Πουλαροδείχνει = νεαρό άτομο που όμως δείχνει μεγαλύτερος
Πουλέντα = κουρκούτι από αλεύρι καλαμποκιού
Πούλιο = πιο
Πουλιότερο = περισσότερο
Πούμπλικος = δημόσιος εκτιμητής αγροζημιών
Πουνέντες = δυτικός άνεμος
Πούντζαρο = τιποτένιο, ευτελές
Πουντέλι = στήριγμα
Πούντηνε = που είναι αυτή;
Πούντοσης = που είναι αυτός;
Πούπετα = πουθενά
Πουράτζινο = νέο και άτακτο, ναζιάρικο
Πούρβερη = πούδρα
Πουργαμέντο = καθαρτικό λάδι
Πουρνέλι = μικρό, ανήλικο
Πουρνελιά = δαμασκηνιά
Πουρνέλισε = έμεινε έγκυος πριν χρονίσει
Πράγκα = σύνεργο που ξεκολλούν τους αχινούς
Πράματις = πραγματικά
Πράτιγο = άδεια, πήρε πράτιγο-πήρε άδεια, είναι ελεύθερος
Πρεβεράτζιο = φιλοδώρημα
Πρέδα = αγροζημιά, αλλά και ερωτοδουλειές
Πρεμούρα = βιασύνη
Πρεμούρα = ανησυχία και ενδιαφέρον
Πρέντζα = μυζήθρα βαρελιού
Πρικό = πικρό
Προβάτα = περπάτα
Προβυζαστάρι = τρέφεται μόνο με το γάλα θυλασμού
Προζύμι = μαγιά για ψωμί
Προκλάμο = χτύπος καμπάνας για ανακοίνωση
Προφαντικό = προτολούβι
Προφεσόρος = καθηγητής
Προσμπούκι = μια μπουκιά πριν το φαγητό
Πρωτολάτης = ο πρώτος γιος , αλλά κι ο πρώτος καρπός
Πύργια = χωνί
Πυριόλοβος = πρωτόγονος αναπτήρας

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Ο)


Ο

Ογκεσέ = όχι
Ογκιά = υποδιαίρεση του λίτρου
Ολόγρος = μουσκεμένος
Ονόρε = τιμή
Όντις = όταν
Ορά = ουρά
Οργιό = τρεμούλα, ρίγος
Οργιοστάλαχτος = πεντακάθαρος
Ορμηνεύω = συμβουλεύω
Ορμπου = ώρα του καλή, ας πάει
Ορνέλα = μεγάλο κωνικό βαρέλι
Όρντινε = διαταγή
Όρτα = η καλή πλευρά του φορέματος
Όρτινο = διαταγή, εντολή
Ορτοκούτσουλο = κάτι όρθιο και άχαρο
Όσκε = όχι
Όστρια = άνεμος νότιος, ζεστός, λίβας
Οτάγο = το τέταρτο της ουγγιάς
Ούρδου = να ορμίσεις πάνω του
Ούρτο = εμετός
Οφίτσια = προνόμια
Οφίτσιο = αξίωμα στρατιωτικό, πολιτικό, εκκλησιαστικό

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Ξ)


Ξ

Ξαγιάζω = πληρώνω σε είδος
Ξαγκλίζω = αραιώνω τα μπερδεμένα μαλλιά
Ξαγκλίστρημα = γλίστρημα
Ξαγκρίζω = καθαρίζω προσεχτικά το σπίτι 
Ξαγραμπαλώνω = ξεγαντζώνω
Ξαίνω = το καθάρισμα του μαλλιού πριν το γνέσιμο
Ξαλαφιασμένος = αναστατωμένος, κατατρομαγμένος
Ξαμπελώνω = ξεφυτεύω το παλιό αμπέλι
Ξαναγραβάρισε = ανακάτεψε, γύρισε το μέσα έξω
Ξαναθηλικώνω = ξανατυλίγω
Ξαναπούλιασμα = το φτέρωμα των πουλερικών όταν ανανεώνεται το χειμώνα
Ξανασόφισε = υποτροπίασε
Ξανασπούρι = ξεριζωτό χόρτο
Ξαπόστα = επίτηδες
Ξαποσταίνω = ξεκουράζομαι
Ξαρκής = κάνω κάτι από την αρχή
Ξαστόχησα = λησμόνησα
Ξαχλιάζω = το ρίχνω έξω, γλεντάω
Ξεγαλίζω = βγάζω την πέτσα του δέρματος
Ξέει = ξύνει
Ξεθάλα = κοντάρι με άγκιστρο για φούρνο
Ξεκίπησα = μεταφορικά για κάποιον που έχασε τα παιδιά του
Ξεκουρούποτος = με το κεφάλι χωρίς καπέλο
Ξεκουτάλεμα = δοκιμή του φαγητού για να δούμε αν είναι έτοιμο
Ξελάγκι = κυνήγι, κατόπι
Ξελάκου = κυνηγάω κατά πόδας
Ξελεξιά = βρίσιμο και από τις δυο πλευρές, αλληλοβρίσιμο
Ξεμιτιστό φάσκελο = κεφαλλονίτικη μούντζα
Ξεμοτόχου = επίτηδες
Ξεμπάχαλος = δυνατός μπάτσος, χαστούκι
Ξεμπουρίζομαι = ξετρελαίνομαι, κάνω ανοησίες
Ξενοπρεδεύω = γυρίζω αλλού για ερωτοδουλειές
Ξενότισμα = πλεχτό μπάλωμα στις κάλτσες, στις φτέρνες
Ξενοψωμίζω = τρώω σε ξένο σπίτι
Ξεντώνομαι = τεντώνομαι
Ξεπάγιασε = πάγωσε
Ξεραθύμισε = έφαγε κάτι με ευχαρίστηση
Ξεραποξυλώθηκα = κοιμήθηκα βαριά
Ξερατίζω = τρώω τις ρώγες από το σταφύλι πάνω στο κλήμα
Ξεργαλίστικε = ξεγδάρθηκε ελαφριά
Ξερέξι = κάτι εξαιρετικά ορεκτικό
Ξερίχι = σταφύλι μαύρο
Ξερνοβολάω = κάνω εμετό
Ξεσκλίζω = σκίζω βίαια
Ξεσπιρίζω = διαχωρίζω το τσόφλι από τον καρπό οσπρίου
Ξεστελλιάζω = διαλύω, βγάζω από τη θέση
Ξεσυνερίζομαι = λαμβάνω υπόψη
Ξεσυνερισιά = η άμιλλα
Ξεσφαΐζομαι = πέφτω και χτυπάω, τσακίζομαι
Ξετιμώνω = κουτσομπολεύω, κάνω βούκινο
Ξετιμωτής = ο εκτιμητής
Ξετσάνησε = είναι στα κέφια του, πήρε θάρρος
Ξεχάραξε = για την κότα που κάνει αυγό πρώτη φορά
Ξυγκάκι = το περιτόνιο, πχ. σιγά και μη σου βγει το ξυγκάκι
Ξυλοφάος = ράσπα
Ξωκρατώ = κρατάω μούτρα σε κάποιον, σε απόσταση

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Ν)


Ν

Ναίσκε = μάλιστα
Νεγότσιο = πάρε δώσε, εμπόριο
Νεκρό = ανάλατο
Νεφταρμοί = οφθαλμοί, μάτια
Νια = μία
Νιάζω = νιαουρίζω
Νιανιάος = αυτός που έχει φωνή σαν νιαούρισμα γάτας
Νιβιδιόζος = φθονερός, κακόκαρδος, χαιρέκακος
Νιέντε = τίποτα
Νιπένιο = υπόσχεση
Νιονιό = μυαλό
Νιοφρούτι = τα πρώτα φρούτα εποχής
Νιπένιο = τάξιμο 
Νισάφι = έκφραση που δηλώνει αγανάκτηση
Νιτερέσι = συμφέρον, πχ. να κοιτάζεις το νιτερέσι σου, τη δουλειά σου
Νοβιτά = κουτσομπολιά, αλλά και είδηση
Νογάω = δεν καταλαβαίνει
Νοδάρος = συμβολαιογράφος
Νόνα = γιαγιά
Νότια = η υγρασία
Νταβάς = μικρό ταψί
Ντακόρτο = συμφωνία
Ντάλε-κουάλε = δυο που μοιάζουν
Ντανταρίζω = τραντάζω
Ντέζω = αγκιστρώνομαι κατά λάθος
Ντελίριο = εκτός εαυτού, παροξυσμός, παραλήρημα
Ντεμέλα = μαξιλαροθήκη
Ντερίνα = σουπιέρα, γαβάθα
Ντεστέρια = κάγκελα του κρεβατιού
Ντζελουδίες = βαφές, κραγιόν, πούδρες
Ντολτσέτσα = η γλύκα
Ντορός = ίχνη
Ντούκια = άρρωστος στο κρεβάτι
Ντούκουε = ώστε, λοιπόν
Ντράβαλα = φασαρία
Ντριμόνι = κόσκινο
Ντρίτα = ευθεία, ίσα
Ντριτάρω = ισιώνω
Ντρίτος = ίσιος
Ντρογάδα = αέρας και βροχή
Ντροδίζει = θόρυβος, φασαρία, ξεκουφαίνει
Ντρόλακας = θόρυβος δυνατός
Ντρουβέλι = σκέψεις βασανιστικές
Νώμος = ο ώμος

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Μ)


Μ

Μαγάρα = βρωμογυναίκα, κατεργάρα
Μαγαρίζω = νοθεύω, λερώνω
Μαγαρισιά = πονηριά, κακοψυχία
Μαγαρισμένος = βρώμικος, κακόψυχος
Μάγιο = εργαλείο πελεκίσματος
Μαγιόλια = πλακάκια πατώματος 
Μαγκελλάρης = σφαγέας
Μαγκλαούρι = μεγάλο ξύλο με το οποίο τινάζαν τα δέντρα
Μάγκος = ξύλινο βαρύ τραπέζι
Μαγκούφης = μόνος, χωρίς κανέναν, ανεπρόκοπος
Μάζωξη = συγκέντρωση 
Μαίντζο = πρόχειρη επιδιόρθωση
Μαΐστρα = ο κεντρικός ξύλινος δοκός που στήριζε το πάτωμα του ισογείου
Μαϊτζέβελος = άξιος, πολύ ικανός, εύχρηστος, βολικός 
Μακελάρης = σφαγέας
Μαλάθα = μεγάλο καλάθι, κοφίνι 
Μαλακόφι = φούστα
Μαλαουδιάζω = μουδιάζω
Μαλαουδιασμένος = μαζεμένος, κακοδιάθετος
Μαλαφράντζα =  η γαλλική αρρώστια, σύφιλη 
Μαλάχτρα = λάσπη για κτίσιμο
Μαλεβράσι = αναστάτωση
Μάλινο = ασθένεια, γρίπη, κακιά αρρώστια
Μαλιοκάουρας = άτομο με μακριά μαλλιά, λίγο μαζεμένο
Μαλιοστούπισε = μαλλιοτράβηξε
Μαλιφίτσι = καυγάς, μεγάλη φασαρία
Μαμούρια = υπηρέτες, δούλοι
Μανέστρα = σούπα με ζυμαρικά ή ρύζι
Μανοθυατέρα = μάνα και κόρη
Μάντα = η άκρη, το παραμέρισμα
Μάνταλος = είδος σύρτη 
Μαντάτο = είδηση
Μαντεμένιο = εμαγιέ σκεύος
Μαντενούτα = ερωμένη
Μάντολα = παραδοσιακό κεφαλλονίτικο ζαχαρωτό
Μαντραούρα = μανιτάρι 
Μάντσια = είδος μποναμά, δώρο
Μαξούρι = το εισόδημα από την ενοικίαση των προβάτων
Μάρα = μαράζι
Μαραγκιασμένο = μαραμένο
Μαραμπού = το ψευδώνυμο του ποιητή Νίκου Καββαδία
Μαραφούζα = παλιοδουλειά, βρώμικη πράξη
Μαργέλι =  η ενίσχυση του στριφώματος
Μαργιόλα = γυναίκα που κάνει καμώματα, ναζιάρα
Μαργώνω = κρυώνω
Μαρινάροι = οι ναύτες 
Μάρκαλος = αγκάστρωμα
Μαρμάγκα = αράχνη
Μαροκιές = πετριές
Μαρόκος = βράχος, κοτρόνα
Μαρτιάκος = λουλούδι άγριο κίτρινο που ανθίζει την άνοιξη 
Μαρτίνα = γίδα
Μαρτουρεύω = βασανίζω
Μάρτσια φούνεμπρε = πένθιμο εμβατήριο
Μάρτσια = εμβατήριο
Μαστέλο = μικρός ξύλινος κάδος 
Ματά = και πάλι, ξανά
Ματίζω = ενώνω
Ματοχυλισμένος = γεμάτος αίματα
Μαυρόγιο = τα χωράφια με μαύρα χώματα
Μαυροτσούκαλο = κάποιος πολύ μαύρος
Μεγάρι = μακάρι
Μεδά = μήπως
Μελίδια = κομμάτια
Μελιδιάζομαι = τσακίζομαι
Μέλιορα = καλύτερα
Μεμάς = υποκοριστικό του Γεράσιμου
Mαϊνάρω = κατεβάζω τα πανιά, φέρνω βόλτα, καταφέρνω
Μέντε = έχε το νου σου
Μεντέρι = καναπές, ντιβάνι 
Μεντζάο = υπόγεια αυλή
Μερεμές = αργοκίνητος
Μερεμέτι = μικρή δουλειά, βαρετή
Μερετάρω = σέβομαι, εκφράζω τις ευχαριστίες μου
Μέρετο = αξιοσύνη, σεβασμός 
Μέριζα = καλογινωμένο
Μέρμηγκας = Κεφαλλονίτικος χορός 
Μερμηγκέλια = χοντρή σούπα από αλεύρι
Μεροστράτη = ο δρόμος μιας ημέρας
Μέρουλο = χειροποίητη δαντέλα
Μεσάλι = το τραπεζομάντιλο 
Μεσαρικά = τα εντόσθια
Μέσπολα = μούσμουλο
Μικιάρισμα = σκοποβολή, σημάδι 
Μίκιος = υποκοριστικό του Μιχάλη
Μιλιταριό = πολυλογία
Μινούτο = το λεπτό της ώρας
Μιόβολο = πεντάρα, οβολός μικρής αξίας
Μιράκολο = θαύμα
Μιρακολόζο = θαυμάσιο, αξιοθαύμαστο
Μισακά = μισά-μισά
Μισοβέτσικο = μισότρελο
Μισοφαστιδιασμένονε = ζαλισμένο, μισολιπόθυμο
Μισοψιχαλισμένος = μισομεθυσμένος
Μογδόνι = πέτρα μεγάλη, σκληρή που δεν κόβεται
Μολαΐμησε = ηρέμησε
Μολημέρι = να βρέχει όλη μέρα
Μόλτο ονοράτο = μεγάλη του τιμή
Μομέντο = σε μια στιγμή
Μόμολο = γελοίος, κοροϊδευτικά μαϊμού
Μόμπιλε = η διακόσμηση, τα έπιπλα
Μόνε = μονάχα, παρά
Μονήρονο = η σκεπή να έχει κλίση στη μια πλευρά
Μονητάρως = ολωσδιόλου
Μονιά = εκεί που λουφάζουν τα άγρια ζώα
Μονομερίδα = φαρμακερό φίδι
Μονομηνήτικα = έχουν γεννηθεί τον ίδιο μήνα
Μονόπαντο = γέρνει από τη μια πλευρά
Μονοτσέμπερο = χωρίς βοήθεια, μόνος 
Μόντζος = μπαλκόνι
Μορογάρω = αργοπορώ
Μορόπουλο = κολοκυθάκι
Μόρος = αμίλητος, σκυθρωπός, μαύρος
Μοροφίντο = μεσοτοιχία, πρόχειρο εσωτερικό χώρισμα σπιτιού
Μόρσα = μέγγενη 
Μοσκαρδίνια = τσιτσέλια
Μοσκιά = αναρριχώμενη τριανταφυλλιά
Μότα = ναζάκια
Μοτάρι = πληγή, αλλά και καημός, το έχω μοτάρι στη ψυχή μου 
Μουγδόνι = μεγάλη πέτρα
Μούγδωσε = έμεινε πολύ στο νερό
Μουζεντούρης = θύμωσε, κατέβασε τα μούτρα του 
Μούκουλο = διπλοσάγωνο
Μουλιάτικο = ορφανοτροφείο για νόθα
Μουλώνω = πεισματώνω, κάνω μούτρα
Μουμούδι = μεδούλι, ψύχα ξηρών καρπών
Μουντί = η βούρτσα του ασπρίσματος
Μουντίζω = ασβεστώνω
Μουρέλο = μεσαίο ξύλο για φωτιά
Μούρλα = τρέλα

Μουρλός = τρελός
Μουρλοκομείο = τρελοκομείο
Μουρτάρι = το γουδί το μπρούτζινο
Μουρτόριο = κηδεία
Μουσκετάρω = πυροβολώ
Μουσκλωμένος = κατσουφιασμένος, μουτρωμένος
Μουσούδια = το σαγόνι του ζώου
Μούσουλα = μύδια 
Μουστερής = επισκέπτης
Μούτελι = σκόνη, τα έκανε μούτελι
Μούτος = αμίλητος
Μουτρούνα = αγκάθια με φαρδιά φύλλα
Μουτσούνα = προσωπείο
Μπαζίνα = ο χυλός που έπηξε πολύ
Μπαίγνιο = κορόιδο
Μπακαλέρω = (Παναγία), εκκλησία στα Μπακαλεράτα της Πυλάρου
Μπακατέλες = κακοφτιαγμένες δουλειές, αλλά και γυναίκες περασμένης ηλικίας
Μπαλιγάρω = προσπαθώ να ηρεμήσω κάποιον
Μπάλλος = κεφαλλονίτικος χορός
Μπάλος = λοστός
Μπαμπάι = μικρό έντομο
Μπαμπακάς = βάτραχος
Μπαμπάουλας = σκιάχτρο
Μπαμπαφίοι = κάτι χωρίς γούστο
Μπαμπόνι = καρούμπαλο
Μπαμπουλωμένος = το ντύσιμό του να σκεπάζει και το πρόσωπο
Μπαόρδα = το πολύ φαγητό
Μπαραφούζα = αταξία, ζημιά 
Μπαρδανάρα = πρόστυχη γυναίκα
Μπαρμπαρόσυκα = φραγκόσυκα
Μπαρμπουλές = τοπικό παραδοσιακό ζαχαρωτό (αμυγδαλωτή καραμέλα)
Μπαρμπούτα = το προσωπείο, η μάσκα
Μπαρμπούτσι = κακόφημο στέκι
Μπάρτσα = γίδα με κέρατα
Μπαρτσινέβελος = αφεντικό, επιστάτης
Μπαρτσολέτες = κωμικά αστεία
Μπασιά = επισκέψεις, έχω μπασιά
Μπαστελάμενος = γερός, δυνατός
Μπατανία = κουβέρτα αργαλειού
Μπατάρω = γέρνω, πέφτω
Μπατίδο = χαλασμένο, παλιό
Μπατικιές = πετροβόλισμα
Μπάτινα = το βερνίκι παπουτσιών
Μπατούτα = μουσικό μέτρο
Μπάχαλο = φασαρία 
Μπαώρδα = μπόλικο φαγητό
Μπεβερίνος = μπεκρής, αλκοολικός
Μπεζεστένι = μεζέδες
Μπελέτσα = ομορφιά
Μπελτές = ντομάτα, αλλά και το ζουμί του κυδωνιού
Μπεμπεούρι = το αρνάκι, αλλά και παιχνίδι 
Μπερδελό = με χρώματα ζωηρά, παρδαλό
Μπερετόνι = κασκέτο, σκουφί
Μπερτόδος = ο βλάκας
Μπέστιας = παλιάνθρωπος, παλιοτόμαρο
Μπιβαδόρος = μεθύστακας, μπεκρής
Μπίδι = ολόγυμνος 
Μπιζόνια = στρίμωγμα, ζόρισμα
Μπικερίνι = ποτηράκι του λικέρ
Μπιλιέτο = εισιτήριο θεάτρου κυρίως
Μπιομπός = γελοίος
Μπιρτσιλίρω = ξεκουτιαίνομαι
Μπιστικός = τσοπάνης
Μπιστιού = βερεσέ
Μποδιακό = ποδαρικό
Μποκές = μπουκέτο, ανθοδέσμη 
Μπόλι = εμβόλιο
Μπόλια = πετσέτα
Μπομπή = ντροπή
Μπόμπολας = μεγάλο σαλιγκάρι
Μπομπόνι = διάσονας
Μπόνα και μπόνε =
αδιάθετος, δεν είμαι καλά, πχ. δεν είμαι στα μπόνα μου
Μπονόρα = νωρίς
Μπόντες = η γέφυρα του Αργοστολίου, αλλά και κάθε γέφυρα
Μπονώρα = ενωρίς
Μποστάνι = λαχανόκηπος
Μποτέγα = μαγαζί όπου μπορεί να φάει κάποιος
Μπότης = πήλινη στάμνα
Μποτσόνι και μπότσα = μπουκάλι
Μπουγάζι = το πέλαγος
Μπουγιανάρι = παντζάκι
Μπουζάκα = είδος βατράχου
Μπούζι = παγωμένο
Μπουζουνάρα = μεγάλη αγάπη
Μπουκούνι = κομματάκι
Μπουνέλο = διάρροια
Μπουργέτο = μαρίδα στο φούρνο 
Μπουρδάλα = ρόγες σταφυλιού
Μπούρδινο = φθηνό ύφασμα
Μπουρί = να ψειρίσουν τα παιδιά
Μπουρλάρω = αστειεύομαι 
Μπουρλιάζω = περνώ κορδόνια στα παπούτσια μου
Μπουρλότο = δυναμίτιδα για ψάρεμα
Μπουρμπουλήθα = φυσαλλίδα
Μπούρμπουλο = αναβρασμός
Μπουρμπουρέλια = όσπρια ανακατεμένα
Μπουρμπουρέλω = Παναγία η μεσοσπορίτισσα που γιορτάζει 21 Νοεμβρίου
Μπουρνέλα = κορόμηλο
Μπουρούκι = μπρίκι
Μπούτζαρα = άχρηστα πράγματα
Μπουχαρί = καπνοδόχος
Μπόχα = απόχη
Μπραγάνι = είδος ψαρέματος
Μπρακανέλες = χρυσάνθεμα
Μπρέκια = βρωμοδουλειά
Μπρι = πριν 
Μπρισκαρία = ψαραγορά
Μπριτού = προτού
Μπριτσιλίρω = ξεκουτιένομαι 



Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Λ)


Λ

Λαβαμάς = τραπεζάκι με λεκάνη & κανάτα νερού για νίψιμο
Λαβουτσάρει = πατάει στα νερά
Λαγκώνια = το κούφιο κάτω από τα πλευρά
Λαιπόδια = μικρός αγκαθωτός θάμνος
Λαλάς = αδερφός
Λαμπάντε = διάφανο, ολοκάθαρο
Λάμπαξε = τρόμαξε
Λαμπιρίτο = αναπάντεχο, αιφνίδιο
Λαμπή = αστραπή
Λανάρι = αγκαθωτό σύνεργο πού διαχωρίζει τις καθαρές ίνες του λιναριού
Λανάρο = γλωσσού και καβγατζού
Λάντζα = μακρύ κοντάρι
Λαντσέτα = ιατρικό νυστέρι
Λανός = μεγάλη στέρνα
Λάου - λάου = κρυφά, σιγά-σιγά
Λαουρέντες = βοηθός εργάτης
Λάπατο = λάχανο σαν σπανάκι
Λάστι-Λάστι = πολύ βιαστικά
Λάτα = τενεκές
Λατός = λευκοσίδηρος
Λαχτιά = μικρή κατηφορική αυλακιά
Λεβίθες = ασκαρίδες
Λεβιθόχορτο = το έδιναν βραστό στα παιδιά για την καταπολέμηση των σκουληκιών και τους πόνους της κοιλιάς
Λεγένι = μικρή λεκάνη
Λεμεντάρεται = παραπονιέται
Λεπενάρι = μικρός σουγιάς
Λετράτο = αντιπαθητικό υποκείμενο
Λειτουργιά = το πρόσφορο
Λειψανέβατο = λειψός, μικρός, σιγά το λειψανέβατο
Λείψεμε = άσε με ήσυχο
Λετράτο = υποκείμενο, άχρηστος και κακόβουλος άνθρωπος
Λεττόνι = ψηλός με ωραίο σώμα
Λεφατσάδα = η κατσάδα
Ληοκόμισμα = κατεργασία ελαιοκάρπου για την εξαγωγή λαδιού
Λιανό = λιγνό
Λιγκόνι = μυρμήγκι
Λιθιά = τοίχος με πέτρες
Λιθόστρωτο = κεντρικός δρόμος του Αργοστολίου
Λικόμισμα = η σύνθλιψη της ελιάς για να βγει το ελαιόλαδο
Λιμασμένος = πολύ πεινασμένος
Λιματίδια = σταγονίτσες
Λιμοψείρι = μικρόβιο που προσβάλει τις κότες
Λιμπρετάρω = ανοίγω λίγο τα παραθυρόφυλλα
Λινοκόκι = σπόροι του λιναριού και κατάπλασμα
Λιοβίρι = ζεστός αέρας, προσβάλει τις ελιές
Λιοκόκκια = τα απομεινάρια από τη σύνθλιψη του ελαιοκάρπου
Λιόκρουση = ίκτερος, χρυσή
Λιόντας = ψευτοπαλικαράς, λιοντάρι
Λισβός = λειψός, μικρός
Λιχούτσα = λιχουδιάρα
Λογάτε = όπως, σα να λέμε
Λογγάρι = μικρός λόγγος
Λογιάζω = υποθέτω, έτσι μου φαίνεται
Λοζός = ένας χώρος βρώμικος
Λοϊδες = μαλλιά αχτένιστα
Λοϊδια = μαλλιά
Λόντρα = πολύ ωραία γυναίκα,(θαυμασμός)
Λοξάρι = το δοξάρι
Λότζα = η σκεπαστή προεξοχή, το υπόστεγο, θεωρείο
Λουβί = σκελίδα σκόρδου
Λούκι = κανάλι υδρορροής
Λουμάκι = το βλαστάρι
Λούρα = η βέργα
Λούρος = ομφάλιος λώρος
Λουχανάς = αρρώστια στο λαιμό των χοίρων
Λυγιά = λυγαριά
Λύμπα = πέτρινη γούρνα
Λυμπά = αρχίδια
Λυσαντέρια = η δυσεντερία 

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Κ)


Κ

Καβαλέτο = υπόβαθρο όπου τοποθετούσαν σανίδες και στρώμα και γινόταν κρεβάτι
Καβαλιεράτο = παράσημο, έπαθλο
Καβαλίνα = κοπριά
Καβδόλιο = πεταχτό με σεξ φερσίματα
Καβελαριά = το σημείο της σκεπής που σμίγουν τα κεραμίδια από τις δύο πλευρές
Καβετζάρω = περνώ τον κάβο, διαφεύγω τον κίνδυνο
Κάβολε = κουνουπίδι
Καγκαρέλια = μικρά βατράχια
Καδηνάτσος = μεγάλος σύρτης με κλειδαριά
Καδίνα = αλυσίδα, καδένα
Καδινάτσο = χειροποίητος μεγάλος σύρτης
Καδινέλα = σανίδες οικοδομής
Κάζο = πάθημα, συμβάν, γεγονός, περιστατικό, ατύχημα, ρεζίλι
Καθήκλα = καρέκλα
Καϊνέλο = η λεκάνη του νιπτήρα
Κακάβι = είδος χύτρας
Κακοθάνατος = σε κακά χάλια
Καλαμαντάρα = πολύ ψηλή, άχαρη
Καλαμίτα = μαγνήτης
Καλέστρα = έχω καλεσμένους
Καλιά = πεθαίνω («πάω καλιά μου»)
Καλιά μου (πάω) = πάω σπίτι μου, πάω στη δουλειά μου, μεταφ. Πάω χαμένος
Καλοπέσουλος = τόσο καλός μέχρι εκμετάλλευσης
Κάλπης = σκάρτος
Καμιζέτα = μαύρο επιστήθιο σ΄ ένδειξη πένθους
Καμιζόλα = πουκάμισο γυναικείο
Καμούτσι = μαστίγιο, καμουτσίκι
Καμούφο = το βολάν στις ποδιές, στα φορέματα
Καμπρί = άσπρο ύφασμα, χασές
Κανάβι = χοντρό σχοινί
Κάνε = τουλάχιστον
Κανείνε = κανείς
Κάνια = αρπαχτικό πουλί
Κανιά = καμιά
Κανιάζω = κλείνει ο λαιμός μου από την πολυλογία
Κανίσκι = δώρο
Κανκάγια = ζαρωμένη, χοντρή και άσχημη
Κάνκαρο = το κρανίο, το καύκαλο
Κανούλι = σωλήνες, η κάννη μονόκαννου όπλου
Καντάρι = στατήρας
Κάνταρος = πήλινο σκεύος και μεγάλη ποσότητα, πχ. έφαγα ένα κάνταρο
Καντάρω = τραγουδάω
Καντήλια = η φουσκάλα από έγκαυμα
Καντινάτσος = μεγάλος σύρτης πόρτας
Καντίνι = χορδή οργάνου και φωνή καντίνι
Καντούνι = το σοκάκι
Κανώματα = ξυλοσκεπή, σοφίτα
Καούνι = πεπόνι αρωματικό
Κάουρας = κάβουρας
Καπακίζω = διαβάζω συλλαβιστά, μιλάω σπαστά μια γλώσσα
Καπέλο = το συκωτοπλέμονο του αρνιού
Καπέτα = ανδρικό χτένισμα
Καπίστρι = το χαλινάρι
Καπονάρα = το κοτέτσι
Καπόνι = το ευνουχισμένο κοκόρι
Καπότο = μικρή κάπα, χαρτοπαιχτικός όρος
Καπριτσάρω = εκνευρίζω κάποιον
Καπροδόντης = τα στραβά δόντια
Καπροδόντισμα = τσαπράζωμα πριονιού
Καραβόλυχνος = μεγάλος λύχνος λαδιού με δύο στόμια
Καρακαηδόνα = υποτιμητική έκφραση για γυναίκες
Καραμπαμπάς = αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι, χοντρός,κ.τ.λ
Καραμπάτσα = μεγάλο κεφάλι φαλακρό
Καράφλας = φαλακρός
Καργάρω = γεμίζω
Καρδοκαϊλα = η καΐλα του λαιμού
Καρίκια = οι καρποί της ψάρας, του μπιζελιού
Καρικώθηκα = έκλεισε ο λαιμός μου, βράχνιασα
Καρικωμένος = με πνιγμένη τη φωνή από τη βραχνάδα
Κάρκανο = το φαγητό που έγινε κάρβουνο
Καρονιάζω = στεγνώνει ο λαιμός μου από δίψα
Καρπούζα = ο καρπός του καλαμποκιού που ψήνεται
Καρτεζίνη = το τέταρτο της πίντας
Καρτέρει = περίμενέ με, στάσου
Καρτέρι = ενέδρα
Καρτούτσο = το τέταρτο της πίντας
Κασιέρης = ταμίας
Κασκαβέλι = μικρό δοχείο μεταφοράς φαγητού
Καστίγιο = μαρτύριο, παίδεμα
Καστραβέτσι = αγγούρι
Καταβολάδα = κάποιος που πέθανε στη ξενιτιά, αλλά και το καταχώνιασμα των φυτών
Κατακλείδια = σαγόνια
Κατακλίδι = σαγόνι
Καταμύτωμα = βαρύ ντρόπιασμα
Καταπεσωμένος = ο κατάκοιτος, ο πολύ άρρωστος
Κατάπιασε = συνέλαβε παιδί
Καταπιόνας = οισοφάγος
Καταποδού = τρέξιμο από κοντά
Καταπόρι = το στενό δρομάκι, μπροστά από το σπίτι
Καταποτήρας = τι κατέβασε ο καταποτήρας σου! φαταούλας
Καταρράχτης = η σκάλα που οδηγούσε στο κατώι, υπόγειο
Κατελώνει = βρωμάει
Κατζέλο = ράφι, συρτάρι
Κατραπακιά = καρπαζιά
Κατσάμπες = πεπόνι χειμωνιάτικο
Κατσαργιόλα = η κατσαρόλα
Κατσάρω = προχωρώ στο παιχνίδι
Κατσιασμένη = η κίτρινη, αρρωστημένη
Κατσούλι = σκουφί
Κατώφλιο = το σκαλί της πόρτας
Καυκιά = το πέτρινο ή ξύλινο βαθουλό σκεύος που κοπανίζουν την σκορδαλιά
Καυλομάχησε = επιδόθηκε σε ερωτικά παιχνίδια
Καυτρίλια = καρβουνισμένη άκρη φιτιλιού ή κεριού
Καφυρά = ιγμόρεια
Κάψα = ζέστη
Καψάλης = παρατσούκλι του Αγίου Γερασίμου, ίσως επειδή τον έκαψαν
Κάψαλο = καμένο δέντρο, αποκαΐδια
Κέντρωμα = το μπόλιασμα των δέντρων
Κενώνω = (παραφθορά του «εκκενώνω») βάζω φαγητό στα πιάτα
Κεσέμι = τραγί
Κιάκιο = σπίρτο
Κιάρινε = καθάρισε η φωνή της ή ο καιρός
Κιάσσα = καμώματα, παιχνιδίσματα, παλικαρισμοί
Κιντινάρι = η διπλή πλεξίδα σκόρδα, που είναι εκατό
Κιότεψε = φοβήθηκε
Κίσσα = πτηνό με ωραία χρώματα
Κλαδιές = κληματόβεργες
Κλανιόλα = ο εξαερισμός του κρεβατιού
Κλαούνια = κλαψουρίσματα
Κλειδωνιά = κλειδαριά
Κλήρα = τα παιδιά, οι απόγονοι
Κλινάρι = απλή αδιαθεσία, αλλά και σοβαρή αρρώστια στο κρεβάτι
Κλιτσινάρια και κλωτσινάρια = τα αδύνατα πόδια
Κλόπα = ζευγάρι άλογα για το αλώνισμα
Κλωνά = η κλωστή του ραψίματος
Κλώστης = το αδράχτι που τυλίγουμε το νήμα του γνεσίματος
Κογιονάρισμα = κοροιδία
Κογιονάρω = κοροϊδεύω
Κογιόνι = κορόιδο
Κοζανίτης = είδος σταφυλιού
Κόθρος = η στεφάνη του κόσκινου
Κοκκινογούλι = παντζάρι
Κοκολόγια = λίγες ελιές, όχι λάδια
Κολάδα = πέτα, μανίκια
Κολάι = να βρούμε το τρόπο
Κολάρο ή κολέτο = γραβάτα
Κολέας = σύντροφος
Κόλεθρα = τα επικολλημένα υγρά του νεογέννητου
Κολεϊδάτα = πάνε μαζί
Κολέτο = παπιγιόν, γραβάτα
Κολοκάθι = κατακάθι
Κολόρο = χρώμα
Κολοσούσα = η σουσουράδα
Κόλπος = συμφόρηση, ημιπληγία
Κολυμπάδες = οι σπιτικιές ελιές που ξεπικρίζουν στο νερό
Κόλυμπος = λιμνάζοντα νερά
Κομεντόρο = ντομάτα
Κομοδάρομαι = ετοιμάζομαι
Κομπαρίρει = κατέφθασε
Κομποραχιά = ραχοκοκαλιά
Κονσολάρω = παρηγορώ
Κονσπιρατόρος = συνωμότης
Κοντεζίνη = το ποτήρι του λικέρ
Κοντένει = μικραίνει
Kοντογούνι = το κοντό παλτό
Kοντοκλώτσης = αυτός που έχει κοντά πόδια
Kοντόσγουρο = κοντό και παχουλό παιδί
Kοντραπάντο = λαθρεμπόριο
Kόντυνε = μίκρυνε
Kόπανος = το ξύλο που κοπάνιζαν τα όσπρια, αλλά και τη μπουγάδα
Kορδομύγα = μικρό έντομο
Kορκάλι = το μικρό κρεμμύδι για φύτεμα
Kορκοσουριά = σχόλια, κουτσομπολιά
Kορνιόλα = μεγάλη πέτρα, για κόσμημα
Kόρνος = όστρακο, αλλά και η σφυρίχτρα των αυτοκινήτων
Kορύτος = τα αντικείμενα που μέσα τρώνε τα ζώα
Kοτσάρω = παίρνω πάνω μου
Kότσια = το κουράγιο
Κοντίζω = ρίχνω ξύλα στη φωτιά
Κοντρασένια = χαμπάρι
Κόπανος = μπουκάλα τριπιντάρα
Κορέλι = χάντρα
Κορκοσουριά = κουτσομπολιό
Κορνιόλα = πολύτιμη πέτρα
Κόρνος = μεγάλο κοχλιώδες όστρακο
Κοσπέτο δε μπάκο = επιφώνημα θαυμασμού
Κόστα = ακτή
Κοστιπάδα = πούντιασμα, συνάχι
Κοτρόνι = πέτρα
Κοτσάνι = λαβή, χερούλι, μίσχος καρπού
Κοτσίδες = πλεξούδες
Κουάρτο = της λίτρας το τέταρτο
Κουβέλι = η κυψέλη του μελισσιού
Κουγιάμπαλο = χαζός
Κούγιο = πρόβατο χωρίς αυτιά
Κούδα = βρακί
Κουζούκι = είδος δερμάτινου σακκακιού
Κουκαληστήρη = μάσημα ωμών ξερών οσπρίων
Κουκάλισμα = γλωσσοφαγιά
Κούκαλο = κόκαλο
Κουκούτσα = αγγινάρα
Κουλούμι = σωρός χώματος μετά το πρώτο σκάψιμο των αμπελιών
Κούλουμο = γιομάτο πιο πάνω από το χείλος
Κουλουμόγερας = αργοκίνητος
Κουλουμπάρι = σβώλος
Κουλουμώνω = σχηματίζω σωρό
Κουμεντόρι = τομάτα
Κουμπάνια = προμήθεια, απόθεμα
Κουμπίτος = επιδέξιος, ικανός
Κούμπουρα = κοτσάνια σταφυλιών
Κουντούρι = τα θερισμένα, στάχυα, όρθια
Κούπωμα = καπάκι
Κουπώνω = σκεπάζω
Κούρβα = παλιοθήλυκο, πόρνη
Κουρβουλιάζω = πιάνονται οι αρθρώσεις μου
Κούρβουλο = η ρίζα του κλήματος
Κουργιόζος = ο περίεργος
Κουρλαίνω = τρελαίνω
Κουρούτα = θηλυκό πρόβατο
Κουρσές = βελόνι με άγγιστρο γιά πλέξιμο δαντέλας
Κουρτελάδα = η άκρη του δρόμου
Κούρτη = πέτρινος φράχτης
Κούσαλο = ηλικιωμένος
Κουσουμάρω = δένω τη σάλτσα, σιγά-σιγά
Κουσούνι = κυλινδρικό μαξιλαράκι καναπέ
Κουταλόπλατο = ωμοπλάτη, σπάλα
Κουτάω = τολμάω
Κούτελο = μέτωπο
Κουτούπι = συστάδα από ψηλούς βράχους
Κούτουπος = αρπαγή, τσακωμός
Κουτράω = συγκρούομαι, χτυπώ
Κουτσοσάρωμα = λέξη υβριστική
Κουτσούνες = κούκλες
Κουτσουνοκάρες = αγιοβασιλιάτικες, κρεμμύδες
Κουτσουνοκαύλι = βλαστός με το άνθος κουτσούνας
Κουτσουρίζω = κόβω την κορυφή
Κουτσοχεριάστηκα = έχασα τη βοήθεια που είχα
Κουφαηδώνω = δεν ακούω καλά
Κουφόβραση = πολλή ζέστη χωρίς αέρα
Κουφοβροντή = μακρινή βροντή χωρίς αστραπή
Κούχτιο = ξεμωραμένος γέρος
Κοφίση = παστό ψάρι, συνηθίζεται σκορδαλιά
Κράζω = τον έκραξε, τον κατήγγειλε στο δικαστήριο
Κρεμάδες = σταφύλια στις βέργες τους για να σταφυδιάσουν κρεμασμένα
Κρεμαστάλυσο = αλυσίδα που κρεμούσαν χύτρες πάνω από την φωτιά
Κρεπάρω = σκάω
Κρεσέρει = περισσεύει, πλεονάζει
Κρέτητο = πίστωση
Κρίση = δίκη
Κρισσάρα = η σήτα
Κρούω = βρωμάω
Κυβερνιέμαι = τα φέρνω βόλτα
Κυβούρι = τάφος
Κυπρί = μεγάλο κουδούνι για πρόβατα
Κυρμιγκίξω = ιδιότροπη γυναίκα, σχολαστική, που προσέχει τα πάντα
Κυτάρι = το ύστερο του νεογνού
Κωλοτανιέμαι = τεμπελιάζω, τεντώνομαι τεμπέλικα
Κωλοφωτιά = πυγολαμπίδα
Κωλώνω = μετανιώνω και κάνω πίσω