Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Π)

Π

Παδείρησα = ταλαιπωρήθηκα
Παδέλα = πήλινη κατσαρόλα
Πάκια = νεφρά
Παλαβιάρης = ανόητος, μικρόμυαλος
Παλαμίζω = σοβατίζω
Πάλε = πάλι
Παλιάτσα = μέτρο λαδιού
Πανιάστηκε = πονηρεύτηκε
Πάντα κι άλλη = από το ένα μέρος κι από το άλλο
Παντιέρα = σημαία
Παπανούρα = παπαρούνα
Παπαρδέλες = ανόητες ψευτιές
Παπόρι = βαπόρι
Παπούδιασε = μούσκεψε στο νερό
Παραγκολή = παραγγελία
Παραζούζουλος = ελαττωματικός
Παρακατούλια = υποδεέστερος
Παράκλι = συρτάρι επίπλου
Παρακουφάδες = έβγαλε παρακουφάδες, κουφάθηκε
Παραμπάτης = απρόσκλητος, ανεπιθύμητος
Παρασάνταλο = παλιοπάπουτσο
Παρασκάλισμα = εξάρθρωση
Παρασούζουλο = εκτρωματικό
Παράτροπος = δύστροπος, παράξενος
Παργατάρω = παραβγαίνω, συναγωνίζομαι
Παρί = παρά, μονάχα
Πάρλα = κουβέντα
Παρμένος = ακίνητος από πόνους
Πάρτε διαόλοι βάγια = ασυδοσία
Παρτικουλάρω = υπερασπίζομαι
Πασέτο = μέτρο
Πασεγγιάρει = γυροφέρνει
Παστόκα = ψευτιά
Πάστρα = καθαρό
Παταούδιασε = πάγωσε
Πατέλα = πεταλίδα
Πατριδί = φασαρία
Πέζο = ζυγαριά, βάρος
Πειρί = ο πύρος του βαρελιού
Πεκούλι = μικρό μερτικό από αγροτικό εισόδημα
Πενσάδος = συλλογισμένος
Πέρα περού = πέρα-πέρα
Περατζάδα = βόλτα, πέρασμα κόσμου
Περατζάδες = επιδειχτικές βόλτες
Περγουλιά = κληματαριά
Περδικοπάνι = κυνηγετικό παραπλανητικό πανί για πέρδικες
Περέσι = ανοιχτό, διάπλατο
Περικοπά = διακοπές κατά διαλείμματα
Περικουλόζος = επίφοβος
Περμιράκουλο = ελεημοσύνη
Περόνι = μεγάλο καρφί
Περσίμπουλο = μαϊντανός
Περφέτα = τέλεια
Πετέγολος = πολυλογάς
Πετιμέζι = μούστος πολύ βρασμένος
Πέτο = στέρνο
Πετρίτης = γεράκι
Πέτσο = γερός καυγάς
Πετροκόριθο = σταφύλι επιτραπέζιο
Πεύκι = κουρελού
Πηαίνω = πάω
Πητακομένο = στοιβαγμένο, πιεσμένο
Πιβάντα = νερωμένο ξύδι
Πίγουλη = φιδές
Πιέτα = ελεημοσύνη
Πικαρισμένος = πειραγμένος
Πικάρω = πειράζω
Πικιώνι = κύπελλο
Πίκος = μικρή βάρκα
Πινακωτή = το γινωμένο ζυμάρι πριν το ρίξουν στο φούρνο
Πινιάτα = χάλκινο καζάνι για νερό
Πινομή = για το χατίρι σου
Πίντα = μονάδα για υγρά
Πίρνος = μεγάλο πουρνάρι
Πισάρα = φυτό για σαλάτα και όσπρια
Πιστρό = παρδαλό
Πίστωμα = πίστωση
Πιτοπούλι = το λειψό ψωμί στη χόβολη
Πίτσι = παιχνίδι που παιζόταν με δεκάρες
Πιτσιλίρω = μου στρίβει, τρελαίνομαι
Πλεούρια = μπαλωμένα τσαρούχια
Πλοκωτή = το χώρισμα με τα άχυρα
Πλοχεριά = χούφτα
Ποδολόγος = ύφασμα που τοποθετούσαν στο κεφάλι οι γυναίκες που μετέφεραν βάρη
Ποδόχι = στο λινό μια γούρνα που πέφτει ο μούστος μέσα
Ποκάρι = δέσμη μαλλιών κάθε προβάτου κατά το κούρεμα
Πομποφάνειες = ανόητες επιδείξεις
Πονίδι = απόστημα
Πόνσο = σφυγμός
Πόντα ή πούντα = κρύωμα
Ποργιά = η είσοδος
Πορδόμυλος = καυγάς
Πορόκλι = ο φράχτης
Πορταδέλια = χειροποίητος μεντεσές
Πόρτεο = το δωμάτιο της εισόδου
Πορτόνι = αυλόπορτα
Ποστιάζω = τακτοποιώ πράγματα
Πότα = πότε
Ποταχιά = νωρίς το πρωί
Πουζουνάρα = τσέπη
Πουλαροδείχνει = νεαρό άτομο που όμως δείχνει μεγαλύτερος
Πουλέντα = κουρκούτι από αλεύρι καλαμποκιού
Πούλιο = πιο
Πουλιότερο = περισσότερο
Πούμπλικος = δημόσιος εκτιμητής αγροζημιών
Πουνέντες = δυτικός άνεμος
Πούντζαρο = τιποτένιο, ευτελές
Πουντέλι = στήριγμα
Πούντηνε = που είναι αυτή;
Πούντοσης = που είναι αυτός;
Πούπετα = πουθενά
Πουράτζινο = νέο και άτακτο, ναζιάρικο
Πούρβερη = πούδρα
Πουργαμέντο = καθαρτικό λάδι
Πουρνέλι = μικρό, ανήλικο
Πουρνελιά = δαμασκηνιά
Πουρνέλισε = έμεινε έγκυος πριν χρονίσει
Πράγκα = σύνεργο που ξεκολλούν τους αχινούς
Πράματις = πραγματικά
Πράτιγο = άδεια, πήρε πράτιγο-πήρε άδεια, είναι ελεύθερος
Πρεβεράτζιο = φιλοδώρημα
Πρέδα = αγροζημιά, αλλά και ερωτοδουλειές
Πρεμούρα = βιασύνη
Πρεμούρα = ανησυχία και ενδιαφέρον
Πρέντζα = μυζήθρα βαρελιού
Πρικό = πικρό
Προβάτα = περπάτα
Προβυζαστάρι = τρέφεται μόνο με το γάλα θυλασμού
Προζύμι = μαγιά για ψωμί
Προκλάμο = χτύπος καμπάνας για ανακοίνωση
Προφαντικό = προτολούβι
Προφεσόρος = καθηγητής
Προσμπούκι = μια μπουκιά πριν το φαγητό
Πρωτολάτης = ο πρώτος γιος , αλλά κι ο πρώτος καρπός
Πύργια = χωνί
Πυριόλοβος = πρωτόγονος αναπτήρας

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Ο)


Ο

Ογκεσέ = όχι
Ογκιά = υποδιαίρεση του λίτρου
Ολόγρος = μουσκεμένος
Ονόρε = τιμή
Όντις = όταν
Ορά = ουρά
Οργιό = τρεμούλα, ρίγος
Οργιοστάλαχτος = πεντακάθαρος
Ορμηνεύω = συμβουλεύω
Ορμπου = ώρα του καλή, ας πάει
Ορνέλα = μεγάλο κωνικό βαρέλι
Όρντινε = διαταγή
Όρτα = η καλή πλευρά του φορέματος
Όρτινο = διαταγή, εντολή
Ορτοκούτσουλο = κάτι όρθιο και άχαρο
Όσκε = όχι
Όστρια = άνεμος νότιος, ζεστός, λίβας
Οτάγο = το τέταρτο της ουγγιάς
Ούρδου = να ορμίσεις πάνω του
Ούρτο = εμετός
Οφίτσια = προνόμια
Οφίτσιο = αξίωμα στρατιωτικό, πολιτικό, εκκλησιαστικό

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Ξ)


Ξ

Ξαγιάζω = πληρώνω σε είδος
Ξαγκλίζω = αραιώνω τα μπερδεμένα μαλλιά
Ξαγκλίστρημα = γλίστρημα
Ξαγκρίζω = καθαρίζω προσεχτικά το σπίτι 
Ξαγραμπαλώνω = ξεγαντζώνω
Ξαίνω = το καθάρισμα του μαλλιού πριν το γνέσιμο
Ξαλαφιασμένος = αναστατωμένος, κατατρομαγμένος
Ξαμπελώνω = ξεφυτεύω το παλιό αμπέλι
Ξαναγραβάρισε = ανακάτεψε, γύρισε το μέσα έξω
Ξαναθηλικώνω = ξανατυλίγω
Ξαναπούλιασμα = το φτέρωμα των πουλερικών όταν ανανεώνεται το χειμώνα
Ξανασόφισε = υποτροπίασε
Ξανασπούρι = ξεριζωτό χόρτο
Ξαπόστα = επίτηδες
Ξαποσταίνω = ξεκουράζομαι
Ξαρκής = κάνω κάτι από την αρχή
Ξαστόχησα = λησμόνησα
Ξαχλιάζω = το ρίχνω έξω, γλεντάω
Ξεγαλίζω = βγάζω την πέτσα του δέρματος
Ξέει = ξύνει
Ξεθάλα = κοντάρι με άγκιστρο για φούρνο
Ξεκίπησα = μεταφορικά για κάποιον που έχασε τα παιδιά του
Ξεκουρούποτος = με το κεφάλι χωρίς καπέλο
Ξεκουτάλεμα = δοκιμή του φαγητού για να δούμε αν είναι έτοιμο
Ξελάγκι = κυνήγι, κατόπι
Ξελάκου = κυνηγάω κατά πόδας
Ξελεξιά = βρίσιμο και από τις δυο πλευρές, αλληλοβρίσιμο
Ξεμιτιστό φάσκελο = κεφαλλονίτικη μούντζα
Ξεμοτόχου = επίτηδες
Ξεμπάχαλος = δυνατός μπάτσος, χαστούκι
Ξεμπουρίζομαι = ξετρελαίνομαι, κάνω ανοησίες
Ξενοπρεδεύω = γυρίζω αλλού για ερωτοδουλειές
Ξενότισμα = πλεχτό μπάλωμα στις κάλτσες, στις φτέρνες
Ξενοψωμίζω = τρώω σε ξένο σπίτι
Ξεντώνομαι = τεντώνομαι
Ξεπάγιασε = πάγωσε
Ξεραθύμισε = έφαγε κάτι με ευχαρίστηση
Ξεραποξυλώθηκα = κοιμήθηκα βαριά
Ξερατίζω = τρώω τις ρώγες από το σταφύλι πάνω στο κλήμα
Ξεργαλίστικε = ξεγδάρθηκε ελαφριά
Ξερέξι = κάτι εξαιρετικά ορεκτικό
Ξερίχι = σταφύλι μαύρο
Ξερνοβολάω = κάνω εμετό
Ξεσκλίζω = σκίζω βίαια
Ξεσπιρίζω = διαχωρίζω το τσόφλι από τον καρπό οσπρίου
Ξεστελλιάζω = διαλύω, βγάζω από τη θέση
Ξεσυνερίζομαι = λαμβάνω υπόψη
Ξεσυνερισιά = η άμιλλα
Ξεσφαΐζομαι = πέφτω και χτυπάω, τσακίζομαι
Ξετιμώνω = κουτσομπολεύω, κάνω βούκινο
Ξετιμωτής = ο εκτιμητής
Ξετσάνησε = είναι στα κέφια του, πήρε θάρρος
Ξεχάραξε = για την κότα που κάνει αυγό πρώτη φορά
Ξυγκάκι = το περιτόνιο, πχ. σιγά και μη σου βγει το ξυγκάκι
Ξυλοφάος = ράσπα
Ξωκρατώ = κρατάω μούτρα σε κάποιον, σε απόσταση

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Ν)


Ν

Ναίσκε = μάλιστα
Νεγότσιο = πάρε δώσε, εμπόριο
Νεκρό = ανάλατο
Νεφταρμοί = οφθαλμοί, μάτια
Νια = μία
Νιάζω = νιαουρίζω
Νιανιάος = αυτός που έχει φωνή σαν νιαούρισμα γάτας
Νιβιδιόζος = φθονερός, κακόκαρδος, χαιρέκακος
Νιέντε = τίποτα
Νιπένιο = υπόσχεση
Νιονιό = μυαλό
Νιοφρούτι = τα πρώτα φρούτα εποχής
Νιπένιο = τάξιμο 
Νισάφι = έκφραση που δηλώνει αγανάκτηση
Νιτερέσι = συμφέρον, πχ. να κοιτάζεις το νιτερέσι σου, τη δουλειά σου
Νοβιτά = κουτσομπολιά, αλλά και είδηση
Νογάω = δεν καταλαβαίνει
Νοδάρος = συμβολαιογράφος
Νόνα = γιαγιά
Νότια = η υγρασία
Νταβάς = μικρό ταψί
Ντακόρτο = συμφωνία
Ντάλε-κουάλε = δυο που μοιάζουν
Ντανταρίζω = τραντάζω
Ντέζω = αγκιστρώνομαι κατά λάθος
Ντελίριο = εκτός εαυτού, παροξυσμός, παραλήρημα
Ντεμέλα = μαξιλαροθήκη
Ντερίνα = σουπιέρα, γαβάθα
Ντεστέρια = κάγκελα του κρεβατιού
Ντζελουδίες = βαφές, κραγιόν, πούδρες
Ντολτσέτσα = η γλύκα
Ντορός = ίχνη
Ντούκια = άρρωστος στο κρεβάτι
Ντούκουε = ώστε, λοιπόν
Ντράβαλα = φασαρία
Ντριμόνι = κόσκινο
Ντρίτα = ευθεία, ίσα
Ντριτάρω = ισιώνω
Ντρίτος = ίσιος
Ντρογάδα = αέρας και βροχή
Ντροδίζει = θόρυβος, φασαρία, ξεκουφαίνει
Ντρόλακας = θόρυβος δυνατός
Ντρουβέλι = σκέψεις βασανιστικές
Νώμος = ο ώμος

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Μ)


Μ

Μαγάρα = βρωμογυναίκα, κατεργάρα
Μαγαρίζω = νοθεύω, λερώνω
Μαγαρισιά = πονηριά, κακοψυχία
Μαγαρισμένος = βρώμικος, κακόψυχος
Μάγιο = εργαλείο πελεκίσματος
Μαγιόλια = πλακάκια πατώματος 
Μαγκελλάρης = σφαγέας
Μαγκλαούρι = μεγάλο ξύλο με το οποίο τινάζαν τα δέντρα
Μάγκος = ξύλινο βαρύ τραπέζι
Μαγκούφης = μόνος, χωρίς κανέναν, ανεπρόκοπος
Μάζωξη = συγκέντρωση 
Μαίντζο = πρόχειρη επιδιόρθωση
Μαΐστρα = ο κεντρικός ξύλινος δοκός που στήριζε το πάτωμα του ισογείου
Μαϊτζέβελος = άξιος, πολύ ικανός, εύχρηστος, βολικός 
Μακελάρης = σφαγέας
Μαλάθα = μεγάλο καλάθι, κοφίνι 
Μαλακόφι = φούστα
Μαλαουδιάζω = μουδιάζω
Μαλαουδιασμένος = μαζεμένος, κακοδιάθετος
Μαλαφράντζα =  η γαλλική αρρώστια, σύφιλη 
Μαλάχτρα = λάσπη για κτίσιμο
Μαλεβράσι = αναστάτωση
Μάλινο = ασθένεια, γρίπη, κακιά αρρώστια
Μαλιοκάουρας = άτομο με μακριά μαλλιά, λίγο μαζεμένο
Μαλιοστούπισε = μαλλιοτράβηξε
Μαλιφίτσι = καυγάς, μεγάλη φασαρία
Μαμούρια = υπηρέτες, δούλοι
Μανέστρα = σούπα με ζυμαρικά ή ρύζι
Μανοθυατέρα = μάνα και κόρη
Μάντα = η άκρη, το παραμέρισμα
Μάνταλος = είδος σύρτη 
Μαντάτο = είδηση
Μαντεμένιο = εμαγιέ σκεύος
Μαντενούτα = ερωμένη
Μάντολα = παραδοσιακό κεφαλλονίτικο ζαχαρωτό
Μαντραούρα = μανιτάρι 
Μάντσια = είδος μποναμά, δώρο
Μαξούρι = το εισόδημα από την ενοικίαση των προβάτων
Μάρα = μαράζι
Μαραγκιασμένο = μαραμένο
Μαραμπού = το ψευδώνυμο του ποιητή Νίκου Καββαδία
Μαραφούζα = παλιοδουλειά, βρώμικη πράξη
Μαργέλι =  η ενίσχυση του στριφώματος
Μαργιόλα = γυναίκα που κάνει καμώματα, ναζιάρα
Μαργώνω = κρυώνω
Μαρινάροι = οι ναύτες 
Μάρκαλος = αγκάστρωμα
Μαρμάγκα = αράχνη
Μαροκιές = πετριές
Μαρόκος = βράχος, κοτρόνα
Μαρτιάκος = λουλούδι άγριο κίτρινο που ανθίζει την άνοιξη 
Μαρτίνα = γίδα
Μαρτουρεύω = βασανίζω
Μάρτσια φούνεμπρε = πένθιμο εμβατήριο
Μάρτσια = εμβατήριο
Μαστέλο = μικρός ξύλινος κάδος 
Ματά = και πάλι, ξανά
Ματίζω = ενώνω
Ματοχυλισμένος = γεμάτος αίματα
Μαυρόγιο = τα χωράφια με μαύρα χώματα
Μαυροτσούκαλο = κάποιος πολύ μαύρος
Μεγάρι = μακάρι
Μεδά = μήπως
Μελίδια = κομμάτια
Μελιδιάζομαι = τσακίζομαι
Μέλιορα = καλύτερα
Μεμάς = υποκοριστικό του Γεράσιμου
Mαϊνάρω = κατεβάζω τα πανιά, φέρνω βόλτα, καταφέρνω
Μέντε = έχε το νου σου
Μεντέρι = καναπές, ντιβάνι 
Μεντζάο = υπόγεια αυλή
Μερεμές = αργοκίνητος
Μερεμέτι = μικρή δουλειά, βαρετή
Μερετάρω = σέβομαι, εκφράζω τις ευχαριστίες μου
Μέρετο = αξιοσύνη, σεβασμός 
Μέριζα = καλογινωμένο
Μέρμηγκας = Κεφαλλονίτικος χορός 
Μερμηγκέλια = χοντρή σούπα από αλεύρι
Μεροστράτη = ο δρόμος μιας ημέρας
Μέρουλο = χειροποίητη δαντέλα
Μεσάλι = το τραπεζομάντιλο 
Μεσαρικά = τα εντόσθια
Μέσπολα = μούσμουλο
Μικιάρισμα = σκοποβολή, σημάδι 
Μίκιος = υποκοριστικό του Μιχάλη
Μιλιταριό = πολυλογία
Μινούτο = το λεπτό της ώρας
Μιόβολο = πεντάρα, οβολός μικρής αξίας
Μιράκολο = θαύμα
Μιρακολόζο = θαυμάσιο, αξιοθαύμαστο
Μισακά = μισά-μισά
Μισοβέτσικο = μισότρελο
Μισοφαστιδιασμένονε = ζαλισμένο, μισολιπόθυμο
Μισοψιχαλισμένος = μισομεθυσμένος
Μογδόνι = πέτρα μεγάλη, σκληρή που δεν κόβεται
Μολαΐμησε = ηρέμησε
Μολημέρι = να βρέχει όλη μέρα
Μόλτο ονοράτο = μεγάλη του τιμή
Μομέντο = σε μια στιγμή
Μόμολο = γελοίος, κοροϊδευτικά μαϊμού
Μόμπιλε = η διακόσμηση, τα έπιπλα
Μόνε = μονάχα, παρά
Μονήρονο = η σκεπή να έχει κλίση στη μια πλευρά
Μονητάρως = ολωσδιόλου
Μονιά = εκεί που λουφάζουν τα άγρια ζώα
Μονομερίδα = φαρμακερό φίδι
Μονομηνήτικα = έχουν γεννηθεί τον ίδιο μήνα
Μονόπαντο = γέρνει από τη μια πλευρά
Μονοτσέμπερο = χωρίς βοήθεια, μόνος 
Μόντζος = μπαλκόνι
Μορογάρω = αργοπορώ
Μορόπουλο = κολοκυθάκι
Μόρος = αμίλητος, σκυθρωπός, μαύρος
Μοροφίντο = μεσοτοιχία, πρόχειρο εσωτερικό χώρισμα σπιτιού
Μόρσα = μέγγενη 
Μοσκαρδίνια = τσιτσέλια
Μοσκιά = αναρριχώμενη τριανταφυλλιά
Μότα = ναζάκια
Μοτάρι = πληγή, αλλά και καημός, το έχω μοτάρι στη ψυχή μου 
Μουγδόνι = μεγάλη πέτρα
Μούγδωσε = έμεινε πολύ στο νερό
Μουζεντούρης = θύμωσε, κατέβασε τα μούτρα του 
Μούκουλο = διπλοσάγωνο
Μουλιάτικο = ορφανοτροφείο για νόθα
Μουλώνω = πεισματώνω, κάνω μούτρα
Μουμούδι = μεδούλι, ψύχα ξηρών καρπών
Μουντί = η βούρτσα του ασπρίσματος
Μουντίζω = ασβεστώνω
Μουρέλο = μεσαίο ξύλο για φωτιά
Μούρλα = τρέλα

Μουρλός = τρελός
Μουρλοκομείο = τρελοκομείο
Μουρτάρι = το γουδί το μπρούτζινο
Μουρτόριο = κηδεία
Μουσκετάρω = πυροβολώ
Μουσκλωμένος = κατσουφιασμένος, μουτρωμένος
Μουσούδια = το σαγόνι του ζώου
Μούσουλα = μύδια 
Μουστερής = επισκέπτης
Μούτελι = σκόνη, τα έκανε μούτελι
Μούτος = αμίλητος
Μουτρούνα = αγκάθια με φαρδιά φύλλα
Μουτσούνα = προσωπείο
Μπαζίνα = ο χυλός που έπηξε πολύ
Μπαίγνιο = κορόιδο
Μπακαλέρω = (Παναγία), εκκλησία στα Μπακαλεράτα της Πυλάρου
Μπακατέλες = κακοφτιαγμένες δουλειές, αλλά και γυναίκες περασμένης ηλικίας
Μπαλιγάρω = προσπαθώ να ηρεμήσω κάποιον
Μπάλλος = κεφαλλονίτικος χορός
Μπάλος = λοστός
Μπαμπάι = μικρό έντομο
Μπαμπακάς = βάτραχος
Μπαμπάουλας = σκιάχτρο
Μπαμπαφίοι = κάτι χωρίς γούστο
Μπαμπόνι = καρούμπαλο
Μπαμπουλωμένος = το ντύσιμό του να σκεπάζει και το πρόσωπο
Μπαόρδα = το πολύ φαγητό
Μπαραφούζα = αταξία, ζημιά 
Μπαρδανάρα = πρόστυχη γυναίκα
Μπαρμπαρόσυκα = φραγκόσυκα
Μπαρμπουλές = τοπικό παραδοσιακό ζαχαρωτό (αμυγδαλωτή καραμέλα)
Μπαρμπούτα = το προσωπείο, η μάσκα
Μπαρμπούτσι = κακόφημο στέκι
Μπάρτσα = γίδα με κέρατα
Μπαρτσινέβελος = αφεντικό, επιστάτης
Μπαρτσολέτες = κωμικά αστεία
Μπασιά = επισκέψεις, έχω μπασιά
Μπαστελάμενος = γερός, δυνατός
Μπατανία = κουβέρτα αργαλειού
Μπατάρω = γέρνω, πέφτω
Μπατίδο = χαλασμένο, παλιό
Μπατικιές = πετροβόλισμα
Μπάτινα = το βερνίκι παπουτσιών
Μπατούτα = μουσικό μέτρο
Μπάχαλο = φασαρία 
Μπαώρδα = μπόλικο φαγητό
Μπεβερίνος = μπεκρής, αλκοολικός
Μπεζεστένι = μεζέδες
Μπελέτσα = ομορφιά
Μπελτές = ντομάτα, αλλά και το ζουμί του κυδωνιού
Μπεμπεούρι = το αρνάκι, αλλά και παιχνίδι 
Μπερδελό = με χρώματα ζωηρά, παρδαλό
Μπερετόνι = κασκέτο, σκουφί
Μπερτόδος = ο βλάκας
Μπέστιας = παλιάνθρωπος, παλιοτόμαρο
Μπιβαδόρος = μεθύστακας, μπεκρής
Μπίδι = ολόγυμνος 
Μπιζόνια = στρίμωγμα, ζόρισμα
Μπικερίνι = ποτηράκι του λικέρ
Μπιλιέτο = εισιτήριο θεάτρου κυρίως
Μπιομπός = γελοίος
Μπιρτσιλίρω = ξεκουτιαίνομαι
Μπιστικός = τσοπάνης
Μπιστιού = βερεσέ
Μποδιακό = ποδαρικό
Μποκές = μπουκέτο, ανθοδέσμη 
Μπόλι = εμβόλιο
Μπόλια = πετσέτα
Μπομπή = ντροπή
Μπόμπολας = μεγάλο σαλιγκάρι
Μπομπόνι = διάσονας
Μπόνα και μπόνε =
αδιάθετος, δεν είμαι καλά, πχ. δεν είμαι στα μπόνα μου
Μπονόρα = νωρίς
Μπόντες = η γέφυρα του Αργοστολίου, αλλά και κάθε γέφυρα
Μπονώρα = ενωρίς
Μποστάνι = λαχανόκηπος
Μποτέγα = μαγαζί όπου μπορεί να φάει κάποιος
Μπότης = πήλινη στάμνα
Μποτσόνι και μπότσα = μπουκάλι
Μπουγάζι = το πέλαγος
Μπουγιανάρι = παντζάκι
Μπουζάκα = είδος βατράχου
Μπούζι = παγωμένο
Μπουζουνάρα = μεγάλη αγάπη
Μπουκούνι = κομματάκι
Μπουνέλο = διάρροια
Μπουργέτο = μαρίδα στο φούρνο 
Μπουρδάλα = ρόγες σταφυλιού
Μπούρδινο = φθηνό ύφασμα
Μπουρί = να ψειρίσουν τα παιδιά
Μπουρλάρω = αστειεύομαι 
Μπουρλιάζω = περνώ κορδόνια στα παπούτσια μου
Μπουρλότο = δυναμίτιδα για ψάρεμα
Μπουρμπουλήθα = φυσαλλίδα
Μπούρμπουλο = αναβρασμός
Μπουρμπουρέλια = όσπρια ανακατεμένα
Μπουρμπουρέλω = Παναγία η μεσοσπορίτισσα που γιορτάζει 21 Νοεμβρίου
Μπουρνέλα = κορόμηλο
Μπουρούκι = μπρίκι
Μπούτζαρα = άχρηστα πράγματα
Μπουχαρί = καπνοδόχος
Μπόχα = απόχη
Μπραγάνι = είδος ψαρέματος
Μπρακανέλες = χρυσάνθεμα
Μπρέκια = βρωμοδουλειά
Μπρι = πριν 
Μπρισκαρία = ψαραγορά
Μπριτού = προτού
Μπριτσιλίρω = ξεκουτιένομαι 



Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Λ)


Λ

Λαβαμάς = τραπεζάκι με λεκάνη & κανάτα νερού για νίψιμο
Λαβουτσάρει = πατάει στα νερά
Λαγκώνια = το κούφιο κάτω από τα πλευρά
Λαιπόδια = μικρός αγκαθωτός θάμνος
Λαλάς = αδερφός
Λαμπάντε = διάφανο, ολοκάθαρο
Λάμπαξε = τρόμαξε
Λαμπιρίτο = αναπάντεχο, αιφνίδιο
Λαμπή = αστραπή
Λανάρι = αγκαθωτό σύνεργο πού διαχωρίζει τις καθαρές ίνες του λιναριού
Λανάρο = γλωσσού και καβγατζού
Λάντζα = μακρύ κοντάρι
Λαντσέτα = ιατρικό νυστέρι
Λανός = μεγάλη στέρνα
Λάου - λάου = κρυφά, σιγά-σιγά
Λαουρέντες = βοηθός εργάτης
Λάπατο = λάχανο σαν σπανάκι
Λάστι-Λάστι = πολύ βιαστικά
Λάτα = τενεκές
Λατός = λευκοσίδηρος
Λαχτιά = μικρή κατηφορική αυλακιά
Λεβίθες = ασκαρίδες
Λεβιθόχορτο = το έδιναν βραστό στα παιδιά για την καταπολέμηση των σκουληκιών και τους πόνους της κοιλιάς
Λεγένι = μικρή λεκάνη
Λεμεντάρεται = παραπονιέται
Λεπενάρι = μικρός σουγιάς
Λετράτο = αντιπαθητικό υποκείμενο
Λειτουργιά = το πρόσφορο
Λειψανέβατο = λειψός, μικρός, σιγά το λειψανέβατο
Λείψεμε = άσε με ήσυχο
Λετράτο = υποκείμενο, άχρηστος και κακόβουλος άνθρωπος
Λεττόνι = ψηλός με ωραίο σώμα
Λεφατσάδα = η κατσάδα
Ληοκόμισμα = κατεργασία ελαιοκάρπου για την εξαγωγή λαδιού
Λιανό = λιγνό
Λιγκόνι = μυρμήγκι
Λιθιά = τοίχος με πέτρες
Λιθόστρωτο = κεντρικός δρόμος του Αργοστολίου
Λικόμισμα = η σύνθλιψη της ελιάς για να βγει το ελαιόλαδο
Λιμασμένος = πολύ πεινασμένος
Λιματίδια = σταγονίτσες
Λιμοψείρι = μικρόβιο που προσβάλει τις κότες
Λιμπρετάρω = ανοίγω λίγο τα παραθυρόφυλλα
Λινοκόκι = σπόροι του λιναριού και κατάπλασμα
Λιοβίρι = ζεστός αέρας, προσβάλει τις ελιές
Λιοκόκκια = τα απομεινάρια από τη σύνθλιψη του ελαιοκάρπου
Λιόκρουση = ίκτερος, χρυσή
Λιόντας = ψευτοπαλικαράς, λιοντάρι
Λισβός = λειψός, μικρός
Λιχούτσα = λιχουδιάρα
Λογάτε = όπως, σα να λέμε
Λογγάρι = μικρός λόγγος
Λογιάζω = υποθέτω, έτσι μου φαίνεται
Λοζός = ένας χώρος βρώμικος
Λοϊδες = μαλλιά αχτένιστα
Λοϊδια = μαλλιά
Λόντρα = πολύ ωραία γυναίκα,(θαυμασμός)
Λοξάρι = το δοξάρι
Λότζα = η σκεπαστή προεξοχή, το υπόστεγο, θεωρείο
Λουβί = σκελίδα σκόρδου
Λούκι = κανάλι υδρορροής
Λουμάκι = το βλαστάρι
Λούρα = η βέργα
Λούρος = ομφάλιος λώρος
Λουχανάς = αρρώστια στο λαιμό των χοίρων
Λυγιά = λυγαριά
Λύμπα = πέτρινη γούρνα
Λυμπά = αρχίδια
Λυσαντέρια = η δυσεντερία 

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Κ)


Κ

Καβαλέτο = υπόβαθρο όπου τοποθετούσαν σανίδες και στρώμα και γινόταν κρεβάτι
Καβαλιεράτο = παράσημο, έπαθλο
Καβαλίνα = κοπριά
Καβδόλιο = πεταχτό με σεξ φερσίματα
Καβελαριά = το σημείο της σκεπής που σμίγουν τα κεραμίδια από τις δύο πλευρές
Καβετζάρω = περνώ τον κάβο, διαφεύγω τον κίνδυνο
Κάβολε = κουνουπίδι
Καγκαρέλια = μικρά βατράχια
Καδηνάτσος = μεγάλος σύρτης με κλειδαριά
Καδίνα = αλυσίδα, καδένα
Καδινάτσο = χειροποίητος μεγάλος σύρτης
Καδινέλα = σανίδες οικοδομής
Κάζο = πάθημα, συμβάν, γεγονός, περιστατικό, ατύχημα, ρεζίλι
Καθήκλα = καρέκλα
Καϊνέλο = η λεκάνη του νιπτήρα
Κακάβι = είδος χύτρας
Κακοθάνατος = σε κακά χάλια
Καλαμαντάρα = πολύ ψηλή, άχαρη
Καλαμίτα = μαγνήτης
Καλέστρα = έχω καλεσμένους
Καλιά = πεθαίνω («πάω καλιά μου»)
Καλιά μου (πάω) = πάω σπίτι μου, πάω στη δουλειά μου, μεταφ. Πάω χαμένος
Καλοπέσουλος = τόσο καλός μέχρι εκμετάλλευσης
Κάλπης = σκάρτος
Καμιζέτα = μαύρο επιστήθιο σ΄ ένδειξη πένθους
Καμιζόλα = πουκάμισο γυναικείο
Καμούτσι = μαστίγιο, καμουτσίκι
Καμούφο = το βολάν στις ποδιές, στα φορέματα
Καμπρί = άσπρο ύφασμα, χασές
Κανάβι = χοντρό σχοινί
Κάνε = τουλάχιστον
Κανείνε = κανείς
Κάνια = αρπαχτικό πουλί
Κανιά = καμιά
Κανιάζω = κλείνει ο λαιμός μου από την πολυλογία
Κανίσκι = δώρο
Κανκάγια = ζαρωμένη, χοντρή και άσχημη
Κάνκαρο = το κρανίο, το καύκαλο
Κανούλι = σωλήνες, η κάννη μονόκαννου όπλου
Καντάρι = στατήρας
Κάνταρος = πήλινο σκεύος και μεγάλη ποσότητα, πχ. έφαγα ένα κάνταρο
Καντάρω = τραγουδάω
Καντήλια = η φουσκάλα από έγκαυμα
Καντινάτσος = μεγάλος σύρτης πόρτας
Καντίνι = χορδή οργάνου και φωνή καντίνι
Καντούνι = το σοκάκι
Κανώματα = ξυλοσκεπή, σοφίτα
Καούνι = πεπόνι αρωματικό
Κάουρας = κάβουρας
Καπακίζω = διαβάζω συλλαβιστά, μιλάω σπαστά μια γλώσσα
Καπέλο = το συκωτοπλέμονο του αρνιού
Καπέτα = ανδρικό χτένισμα
Καπίστρι = το χαλινάρι
Καπονάρα = το κοτέτσι
Καπόνι = το ευνουχισμένο κοκόρι
Καπότο = μικρή κάπα, χαρτοπαιχτικός όρος
Καπριτσάρω = εκνευρίζω κάποιον
Καπροδόντης = τα στραβά δόντια
Καπροδόντισμα = τσαπράζωμα πριονιού
Καραβόλυχνος = μεγάλος λύχνος λαδιού με δύο στόμια
Καρακαηδόνα = υποτιμητική έκφραση για γυναίκες
Καραμπαμπάς = αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι, χοντρός,κ.τ.λ
Καραμπάτσα = μεγάλο κεφάλι φαλακρό
Καράφλας = φαλακρός
Καργάρω = γεμίζω
Καρδοκαϊλα = η καΐλα του λαιμού
Καρίκια = οι καρποί της ψάρας, του μπιζελιού
Καρικώθηκα = έκλεισε ο λαιμός μου, βράχνιασα
Καρικωμένος = με πνιγμένη τη φωνή από τη βραχνάδα
Κάρκανο = το φαγητό που έγινε κάρβουνο
Καρονιάζω = στεγνώνει ο λαιμός μου από δίψα
Καρπούζα = ο καρπός του καλαμποκιού που ψήνεται
Καρτεζίνη = το τέταρτο της πίντας
Καρτέρει = περίμενέ με, στάσου
Καρτέρι = ενέδρα
Καρτούτσο = το τέταρτο της πίντας
Κασιέρης = ταμίας
Κασκαβέλι = μικρό δοχείο μεταφοράς φαγητού
Καστίγιο = μαρτύριο, παίδεμα
Καστραβέτσι = αγγούρι
Καταβολάδα = κάποιος που πέθανε στη ξενιτιά, αλλά και το καταχώνιασμα των φυτών
Κατακλείδια = σαγόνια
Κατακλίδι = σαγόνι
Καταμύτωμα = βαρύ ντρόπιασμα
Καταπεσωμένος = ο κατάκοιτος, ο πολύ άρρωστος
Κατάπιασε = συνέλαβε παιδί
Καταπιόνας = οισοφάγος
Καταποδού = τρέξιμο από κοντά
Καταπόρι = το στενό δρομάκι, μπροστά από το σπίτι
Καταποτήρας = τι κατέβασε ο καταποτήρας σου! φαταούλας
Καταρράχτης = η σκάλα που οδηγούσε στο κατώι, υπόγειο
Κατελώνει = βρωμάει
Κατζέλο = ράφι, συρτάρι
Κατραπακιά = καρπαζιά
Κατσάμπες = πεπόνι χειμωνιάτικο
Κατσαργιόλα = η κατσαρόλα
Κατσάρω = προχωρώ στο παιχνίδι
Κατσιασμένη = η κίτρινη, αρρωστημένη
Κατσούλι = σκουφί
Κατώφλιο = το σκαλί της πόρτας
Καυκιά = το πέτρινο ή ξύλινο βαθουλό σκεύος που κοπανίζουν την σκορδαλιά
Καυλομάχησε = επιδόθηκε σε ερωτικά παιχνίδια
Καυτρίλια = καρβουνισμένη άκρη φιτιλιού ή κεριού
Καφυρά = ιγμόρεια
Κάψα = ζέστη
Καψάλης = παρατσούκλι του Αγίου Γερασίμου, ίσως επειδή τον έκαψαν
Κάψαλο = καμένο δέντρο, αποκαΐδια
Κέντρωμα = το μπόλιασμα των δέντρων
Κενώνω = (παραφθορά του «εκκενώνω») βάζω φαγητό στα πιάτα
Κεσέμι = τραγί
Κιάκιο = σπίρτο
Κιάρινε = καθάρισε η φωνή της ή ο καιρός
Κιάσσα = καμώματα, παιχνιδίσματα, παλικαρισμοί
Κιντινάρι = η διπλή πλεξίδα σκόρδα, που είναι εκατό
Κιότεψε = φοβήθηκε
Κίσσα = πτηνό με ωραία χρώματα
Κλαδιές = κληματόβεργες
Κλανιόλα = ο εξαερισμός του κρεβατιού
Κλαούνια = κλαψουρίσματα
Κλειδωνιά = κλειδαριά
Κλήρα = τα παιδιά, οι απόγονοι
Κλινάρι = απλή αδιαθεσία, αλλά και σοβαρή αρρώστια στο κρεβάτι
Κλιτσινάρια και κλωτσινάρια = τα αδύνατα πόδια
Κλόπα = ζευγάρι άλογα για το αλώνισμα
Κλωνά = η κλωστή του ραψίματος
Κλώστης = το αδράχτι που τυλίγουμε το νήμα του γνεσίματος
Κογιονάρισμα = κοροιδία
Κογιονάρω = κοροϊδεύω
Κογιόνι = κορόιδο
Κοζανίτης = είδος σταφυλιού
Κόθρος = η στεφάνη του κόσκινου
Κοκκινογούλι = παντζάρι
Κοκολόγια = λίγες ελιές, όχι λάδια
Κολάδα = πέτα, μανίκια
Κολάι = να βρούμε το τρόπο
Κολάρο ή κολέτο = γραβάτα
Κολέας = σύντροφος
Κόλεθρα = τα επικολλημένα υγρά του νεογέννητου
Κολεϊδάτα = πάνε μαζί
Κολέτο = παπιγιόν, γραβάτα
Κολοκάθι = κατακάθι
Κολόρο = χρώμα
Κολοσούσα = η σουσουράδα
Κόλπος = συμφόρηση, ημιπληγία
Κολυμπάδες = οι σπιτικιές ελιές που ξεπικρίζουν στο νερό
Κόλυμπος = λιμνάζοντα νερά
Κομεντόρο = ντομάτα
Κομοδάρομαι = ετοιμάζομαι
Κομπαρίρει = κατέφθασε
Κομποραχιά = ραχοκοκαλιά
Κονσολάρω = παρηγορώ
Κονσπιρατόρος = συνωμότης
Κοντεζίνη = το ποτήρι του λικέρ
Κοντένει = μικραίνει
Kοντογούνι = το κοντό παλτό
Kοντοκλώτσης = αυτός που έχει κοντά πόδια
Kοντόσγουρο = κοντό και παχουλό παιδί
Kοντραπάντο = λαθρεμπόριο
Kόντυνε = μίκρυνε
Kόπανος = το ξύλο που κοπάνιζαν τα όσπρια, αλλά και τη μπουγάδα
Kορδομύγα = μικρό έντομο
Kορκάλι = το μικρό κρεμμύδι για φύτεμα
Kορκοσουριά = σχόλια, κουτσομπολιά
Kορνιόλα = μεγάλη πέτρα, για κόσμημα
Kόρνος = όστρακο, αλλά και η σφυρίχτρα των αυτοκινήτων
Kορύτος = τα αντικείμενα που μέσα τρώνε τα ζώα
Kοτσάρω = παίρνω πάνω μου
Kότσια = το κουράγιο
Κοντίζω = ρίχνω ξύλα στη φωτιά
Κοντρασένια = χαμπάρι
Κόπανος = μπουκάλα τριπιντάρα
Κορέλι = χάντρα
Κορκοσουριά = κουτσομπολιό
Κορνιόλα = πολύτιμη πέτρα
Κόρνος = μεγάλο κοχλιώδες όστρακο
Κοσπέτο δε μπάκο = επιφώνημα θαυμασμού
Κόστα = ακτή
Κοστιπάδα = πούντιασμα, συνάχι
Κοτρόνι = πέτρα
Κοτσάνι = λαβή, χερούλι, μίσχος καρπού
Κοτσίδες = πλεξούδες
Κουάρτο = της λίτρας το τέταρτο
Κουβέλι = η κυψέλη του μελισσιού
Κουγιάμπαλο = χαζός
Κούγιο = πρόβατο χωρίς αυτιά
Κούδα = βρακί
Κουζούκι = είδος δερμάτινου σακκακιού
Κουκαληστήρη = μάσημα ωμών ξερών οσπρίων
Κουκάλισμα = γλωσσοφαγιά
Κούκαλο = κόκαλο
Κουκούτσα = αγγινάρα
Κουλούμι = σωρός χώματος μετά το πρώτο σκάψιμο των αμπελιών
Κούλουμο = γιομάτο πιο πάνω από το χείλος
Κουλουμόγερας = αργοκίνητος
Κουλουμπάρι = σβώλος
Κουλουμώνω = σχηματίζω σωρό
Κουμεντόρι = τομάτα
Κουμπάνια = προμήθεια, απόθεμα
Κουμπίτος = επιδέξιος, ικανός
Κούμπουρα = κοτσάνια σταφυλιών
Κουντούρι = τα θερισμένα, στάχυα, όρθια
Κούπωμα = καπάκι
Κουπώνω = σκεπάζω
Κούρβα = παλιοθήλυκο, πόρνη
Κουρβουλιάζω = πιάνονται οι αρθρώσεις μου
Κούρβουλο = η ρίζα του κλήματος
Κουργιόζος = ο περίεργος
Κουρλαίνω = τρελαίνω
Κουρούτα = θηλυκό πρόβατο
Κουρσές = βελόνι με άγγιστρο γιά πλέξιμο δαντέλας
Κουρτελάδα = η άκρη του δρόμου
Κούρτη = πέτρινος φράχτης
Κούσαλο = ηλικιωμένος
Κουσουμάρω = δένω τη σάλτσα, σιγά-σιγά
Κουσούνι = κυλινδρικό μαξιλαράκι καναπέ
Κουταλόπλατο = ωμοπλάτη, σπάλα
Κουτάω = τολμάω
Κούτελο = μέτωπο
Κουτούπι = συστάδα από ψηλούς βράχους
Κούτουπος = αρπαγή, τσακωμός
Κουτράω = συγκρούομαι, χτυπώ
Κουτσοσάρωμα = λέξη υβριστική
Κουτσούνες = κούκλες
Κουτσουνοκάρες = αγιοβασιλιάτικες, κρεμμύδες
Κουτσουνοκαύλι = βλαστός με το άνθος κουτσούνας
Κουτσουρίζω = κόβω την κορυφή
Κουτσοχεριάστηκα = έχασα τη βοήθεια που είχα
Κουφαηδώνω = δεν ακούω καλά
Κουφόβραση = πολλή ζέστη χωρίς αέρα
Κουφοβροντή = μακρινή βροντή χωρίς αστραπή
Κούχτιο = ξεμωραμένος γέρος
Κοφίση = παστό ψάρι, συνηθίζεται σκορδαλιά
Κράζω = τον έκραξε, τον κατήγγειλε στο δικαστήριο
Κρεμάδες = σταφύλια στις βέργες τους για να σταφυδιάσουν κρεμασμένα
Κρεμαστάλυσο = αλυσίδα που κρεμούσαν χύτρες πάνω από την φωτιά
Κρεπάρω = σκάω
Κρεσέρει = περισσεύει, πλεονάζει
Κρέτητο = πίστωση
Κρίση = δίκη
Κρισσάρα = η σήτα
Κρούω = βρωμάω
Κυβερνιέμαι = τα φέρνω βόλτα
Κυβούρι = τάφος
Κυπρί = μεγάλο κουδούνι για πρόβατα
Κυρμιγκίξω = ιδιότροπη γυναίκα, σχολαστική, που προσέχει τα πάντα
Κυτάρι = το ύστερο του νεογνού
Κωλοτανιέμαι = τεμπελιάζω, τεντώνομαι τεμπέλικα
Κωλοφωτιά = πυγολαμπίδα
Κωλώνω = μετανιώνω και κάνω πίσω

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις(Η,Θ,Ι)

Η

Ήγδα = είδα
Ήγλεπα = έβλεπα
Ήπατα = τρόμαξα πολύ, μου κόπηκαν τα ήπατα, η έκκριση της χολής, σωθικά
Ήφερα = έφερα 


Θ

Θάγμα = το θαύμα
Θαμπουλίζω = βλέπω λίγο, ελάχιστα διακρίνω
Θανατικός = αυτός που φανατίζεται
Θανατούλιδες = τα δηλητηριώδη καφέ μανιτάρια
Θαραπάικα = το ευχαριστήθηκα
Θαυτικό = μνήμα, κοιμητήρι
Θέλημα = ελαφρά δουλειά, μια εξυπηρέτηση
Θεοποντή = δυνατή βροχή, κακοκαιρία
Θέρμη = πυρετός με ρίγη
Θηλυκώνω = κουμπώνω, τυλίγω
Θολοπλέω = απλώς υπάρχω
Θρασίμι = αχαμνό ζώο, θρασύδειλος
Θυατέρα = η κόρη
Θυλικωμένος = τυλιγμένος


Ι

Ιγκανάρω = κάνω απάτη
Ιγκάντο = η δημοσίευση μιας σχέσης
Ίγκλα = τα λουριά και τα σχοινιά που κρατούν το σαμάρι στη ράχη του ζώου
Ιδεασμένος = με κακό προαίσθημα
ιμπαράτσο = αμηχανία, δύσκολη θέση
Ιντονάδος = καλοντυμένος
Ισακάτου = ευθεία κάτου
Ισαπάνου = ευθεία πάνω
Ισαπέρα = ευθεία πέρα
Ισούρτο = προσβολή, βρισιά

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Ζ)

Ζ

Ζαβός = αυτός είναι ζαβός, ανάποδος, στριμμένος
Ζαβώνω = στραβώνω κάτι
Ζάπισε = υπέταξε, νίκησε
Ζαχαράτo = κουφέτο
Ζεβελός = με παραμορφωμένα άκρα
Ζέμπιο = άσχημο, κακοφτιαγμένο
Ζεούτελο = ζωώδης ανοησία
Ζερβοκουτάλα = οι αριστερόχειρες
Ζεστοφούρνι = το ζεστό ψωμί που μόλις βγήκε από το φούρνο
Ζευγιά = η επιφάνεια του χωραφιού αλλά και το ημερήσιο αλάτρεμα των βοδιών
Ζευγόρνιθο = ένα ζεύγος πουλερικά, κόκορας και κότα
Ζεύκι = έφαγα καλά
Ζεύλες = τα συνδετικά του ζυγού στο σβέρκο των βοδιών
Ζημαρίθρα = λαχανικό
Ζήφτι = μουσκεμένο
Ζορκιά = γύμνια
Ζόρκος = γυμνός
Ζούπα = πρόχειρο φαγητό από ψωμί βουτηγμένο σε κρασί και λάδι
Ζούπησε = με πάτησε, με συμπίεσε
Ζουρλοπαντιέρα = τα ζωηρά κορίτσια, τα επιπόλαια
Ζουρλός = τρελός
Ζυγούρι = μικρό πρόβατο
Ζωντανά = τα ζώα

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Ε)

Ε

Εδαύτος = αυτός
Εδεκεί = εκεί
Εδεπά = εδώ
Εδετόσος = η περιγραφή μεγέθους, πχ. έγινε το παιδί εδετόσο
Εδέτσι και εγιεδέτσι = έτσι
Εκειός και εφκειός = εκείνος
Ελόουσου = (παραφθορά «του λόγου σου») εσύ
Εματα = ξανά..
Εματάκατσε = ξανακάθισε
Εμπασά = επισκέψεις στο σπίτι, αλλά και η είσοδος του σπιτιού
Έντανε = να τα
Έντηνε = να τη
Έντοσις = να τος
Έντιλας = περιμετρικό τοιχίο
Εντιός = άχρηστος χώρος στο πίσω μέρος τού σπιτιού
Επιστρόφια = μετά το γάμο η πρώτη επίσκεψη του ζευγαριού στο σπίτι της νύφης
Επολληώρα = πριν από αρκετή ώρα
Έσκροξε = κέντρισμα, πχ. με έσκροξε η μέλισσα
Έσπαλε = από πολύ παλιά, πάντοτε
Ευκολαίνω = σε διευκολύνω
Έφαε τ΄ατσάλια = «χάλασε τον κόσμο»
Εφκείνη = αυτή
Eφκειός = αυτός

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Δ)

Δ

Δαύλιακας = ο περίδρομος, πχ. έφαγε το δαύλιακα
Δεβόγιος = αδιάθετος, μισοάρρωστος
Δειάφι = θειάφι
Δελέγκου = αμέσως, γρήγορα
Δεούτελο = άχρηστος, βλάκας
Δέσποτας = ο ιερέας, όχι ο Δεσπότης
Δεσπέτο = πείσμα, καπρίτσιο
Δετόρος = ο γιατρός
Διάβα = το μονοπάτι για ανθρώπους και ζώα
Διαβατικού = περνώντας
Διάθος = μεγάλα σκουλήκια στη ράχη τής γίδας
Διακονιάρης = ζητιάνος
Διανεύομαι = παρατηρώ
Διαόμισε = παρατήρησε περιφέροντας το
Διάουτσε = να πας στο διάολο, πχ. να πας στο διάουτσο
Διασίδι = η κατασκευή, με το στημόνι και το υφάδι στον αργαλειό
Διάσονας = καλόγερος, κάλος
Διάφορο = η απολαβή, η ωφέλεια, (μου έβγαλες το διάφορο), το κέρδος
Διβαράτικο = χορός Πυλαρινός, και Διβατάρικος
Διβόρβορο και Λιβόρβορο = πιστόλι, περίστροφο
Διγκόνι = το δισέγγονο
Δικάει = είναι αρκετό
Δίκηση = εφοδιασμός
Δικονάρι = ψωμάκι σταρένιο ή κριθαρένιο που δίνεται στο μοναστήρι
Δίλεστρο = αλεύρι από διάφορα όσπρια
Διολί = βιολί
Διπλάρια = τα δίδυμα
Δισπεράδος = απελπισμένος
Διχούλι = ξύλο που καταλήγει σε δύο άκρες
Δομίδι = μικρό κομμάτι γης πού σκάβεται με τσαπί
Δομίζομαι = έτσι μου έρχεται να κάνω κάτι
Δούγα = τα κομμάτια του ξύλου που αποτελούν το βαρέλι
Δούλειασε = κουράστηκε
Δραγάτης = αγροφύλακας
Δραγουμάνος = διερμηνέας
Δρακοντή = το φυτό χοιραύτες
Δρωπίκι = το πύον
Δυναμάρι = η ενίσχυση σε ρούχα ή σε κατασκευές  

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Γ)

Γ

Γαδένα = μικρή λεκάνη, πήλινο βαθύ σκεύος κουζίνα
Γαϊδουροκυλισιά = ο χώρος που τα γαϊδούρια κυλιούνται
Γαλεντόμος = ανοιχτοχέρης
Γαλιούρισμα = μάτια πού δείχνουν ανάγκη ύπνου
Γαλιουρίζει = του μωρού οι πρώτοι ήχοι
Γαλούφος = αυτός που κάνει πολλά κομπλιμέντα
Γαμπάς = χοντρό παλτό
Γαργαλικάω = το γαργάλημα
Γαρδέλι = καρδερίνα
Γάρμπα = το στυλ, η γοητεία
Γαστάρδος = επίτροπος εκκλησίας
Γδες = κοίταξε
Γέκια = λαγουδέρα
Γερινέ = συνέχεια
Γεροκομειό = οι ηλικιωμένοι που θέλουν περιποίηση
Γιακέτα = ζακέτα, σακάκι
Γιακουμής = Ιάκωβος
Γιατάκι = κρεβάτι
Γιάτσο = το πρωινό κρύο, η ψύχρα
Γιορτόπιασμα = το παιδί που η μητέρα του το (συνέλαβε) ημέρα γιορτής
Γιότσα = τραπεζάκι με δύο πόδια
Γιωμάρα = η μουντή και η ψυχρή μέρα
Γιωμένος = μεταφορικά στρυφνός, πικρόχολος, ύπουλος
Γκαινιάζω = αποκτώ, κολλώ ασθένεια
Γκεζουίτης = κατεργάρης, διπρόσωπος
Γκελές = γιλέκο
Γκόνω = φουσκώνω από το πολύ φαγητό
Γκουαλιόνε = νταής
Γλίδα = λίγδα, βρωμιά
Γλίνα = γλιστερό μέρος
Γλυκί = μεγάλη οργή που σιγοβράζει, ψυχική ταραχή, νεύρα
Γλυκοσαλίζω = κολλάω από βρωμιά
Γλωσσάζεται = δεν τρώγεται κάτι
Γλωσσοφαγιά = τα λόγια του κόσμου, η ζήλια
Γνέθω = η διαδικασία του να γίνει το μαλλί νήμα στο αδράχτι
Γνέμα = το νήμα του πλεξίματος
Γνί = υνί
Γνούφα = άσχημη μυρωδιά
Γουδέρω = απολαμβάνω βλέποντας
Γουλί = βότσαλο
Γουλιάστρα = της πρώτης μέρας το γάλα
Γουλόζος = λαίμαργος
Γούμπα = καμπούρα
Γουνίζει = η γκρίνια, η μουρμούρα
Γούργουρας = το λαρύγγι
Γουστέβελη = αυτοί που κάνουν ευχάριστη παρέα
Γράδωση = σημείο επαφής δύο συγκολλημένων σανίδων
Γραμπαούνη = άγκιστρο, αρπάγη
Γρεδέντζα = είδος μπουφέ
Γρέντζο = ανώμαλη επιφάνεια
Γρίβελο = κόσκινο
Γρίνα = γκρίνια
Γρομπάδα = η ετοιμόρροπη λιθιά
Γρόμπος = το κομπόδεμα
Γρομπούλι = σκληρός όγκος στο σώμα
Γροσάρει (ο καιρός) = χαλάει γίνεται απειλητικός
Γρούδιασμα = το μαλάκωμα του δέρματος σε νερά
Γρούζω = γρυλίζω σαν γουρούνι, μουρμουρίζω με γκρίνια
Γρουμπανιά = γροθιά
Γρούσπα = ρουφήχτρα
Γούξιμο = γρυλισμός γουρουνιού
Γυρουζάτο = χορός της Κεφαλλονιάς

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Β)

Β

Βαθουλοκαρυκιασμένος = τα μάτια έχουν μαύρους κύκλους & είναι βαθιά στις κόγχες
Βαϊζω = γέρνω στη μια πλευρά
Βαϊλεύω = περιποιούμαι, παραχαϊδεύω κάποιον
Βαλλάρω = το καλό σκάψιμο του κήπου
Βαλουμάς = οδηγός των αλόγων σε αλώνισμα
Βαντάκια = τα στοιβαγμένα ρούχα
Βαντιέρα = δίσκος σερβιρίσματος
Βαραμέντε = μα το ναι, μα την αλήθεια
Βαρβατσουλιά = η μυρωδιά του προβάτου σε εποχή ζευγαρώματος
Βαργόμησε = δυσαρεστήθηκε, πικράθηκε
Βαρδαλωνίζει = γυρίζει από δω κι από κει χωρίς λόγο
Βαρδάσα = είδος δαμάσκηνου μεγάλου μεγέθους (Πουρνέλα)
Βαρδιόλα = παρατηρητήριο, οχυρωμένο σε σημείο με ορατότητα
Βαρειοκαταρούσα = οι κατάρες οι βαριές που έλεγαν οι γυναίκες
Βασταγούρι = γάιδαρος
Βαστάω = κρατάω σε κακουχίες, αντέχω
Βάτεμα = αγκάστρωμα
Βατσίνα = το εμβόλιο
Βατσουνιά = πολλοί βάτοι
Βελάδα = μακρύ επίσημο παλτό
Βελανίδα = οι αδένες που βρίσκονται κοντά στα γεννητικά όργανα
Βελέσι = μακρύ φουστάνι ή φούστα
Βέλο = το τούλι που καλύπτει το πρόσωπο και στηριζόταν στο καπέλο
Βεντερούγα = ραχίτιδα, καμπούρα
Βεραμέντε = αλήθεια
Βερβέλες = ακαθαρσίες γίδας και προβάτου
Βεργέτες = τα στρογγυλά σκουλαρίκια
Βεργιά = παγίδα μικρών πουλιών
Βέρμπατα = κοχλιώσεις σε βίδες
Βέρσο = ο τρόπος που περπατάει
Βέστα = παιδικό φόρεμα, ρόμπα
Βετούλι = κατσίκι χρονιάρικο
Βήσαλο = κεραμίδια σπασμένα
Βιδάνιο = το μερτικό του μαγαζιού από το τζίρο του χαρτοπαίγνιου
Βιζικάντι = η εκδορά
Βίζιτα = η επίσκεψη
βιζιτάρω = επισκέπτομαι
Βινάρια = η συγκέντρωση, η εμφιάλωση, η αποθήκευση του κρασιού
Βλήτρα = τα βλίτα
Βλιάζω = φωνάζω από πόνο
Βλυσίδι = εισόδημα, κέρδος
Βλύχα = το γλυφό νερό που αναβλύζει στις ακτές
Βόγια = βόδια
Βολά = μια φορά
Βολιάζω = πετροβολώ κάποιον
Βολιός = συγκεντρωμένες πέτρες
Βολύμι = μολύβι, βολυμόπενα, μολυβοπένα
Βοστυλίδι = κεφαλλονίτικο άσπρο σταφύλι
Βούλωμα = τάπωμα
Βουνιά = κοπριά ζώου
Βουρλιά = είδος σχοινιού από βλαστούς σταριού
βουρλίζομαι = τρελαίνομαι
Βουρλίζομαι = δαιμονίζομαι, οργίζομαι, τρελαίνομαι
Βούσκα = μαγιάτικα σύκα
Βουτσί = κρασοβάρελο
Βόχτα = βοήθεια
Βρίζα = σίκαλη
Βριτσίλα = ο ερεθισμός του δέρματος
Βροντάλι = η μαρκίζα
Βρόχιασμα = παραμονή του λιναριού στο νερό
Βροντοθέροι = διαδομένο αγριόχορτο
Βρωμομαρία = έντομο που εκπέμπει άσχημη μυρωδιά
Βρωμοσταματέλος = αποκρουστικό σαβράκι τοίχων
Βυζασταρούδι = τρέφεται μόνο από το θήλασμα της μάνας
Βυζοπιάνω = η προσφορά γάλακτος σε μωρό από άλλη μητέρα

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (Α)


Ολοι μας γνωρίζουμε Ελληνικά, ποιός όμως από εμάς ξέρει καλά Κεφαλλονίτικα?
Θα σας παρουσιάσω με αλφαβητική σειρά όσες Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις μπόρεσα να συλλέξω.

Α

Αβαδέ = συνάντηση, ραντεβού
Αβάκα = συνεταιρικά, μισά - μισά
Αβάντα = κέρδος όχι πάντα θεμιτό, πλεονεκτική θέση
Αβάντι = εμπρός
Αβάρα = το τσιμπούρι που προσκολλάται και στο ανθρώπινο σώμα
Αβαρία = ζημιά
Αβδέλα = βδέλλα, που έκαναν αφαίμαξη
Αβδέλια = οι μεντεσέδες της πόρτας ή του παράθυρου
Αβεντόρος = πελάτης
Αβέρτα = ελεύθερα, ανοιχτά
Αβερτοσιά = ελευθερία, ανοικτός χώρος
Αβίζο = ειδοποίηση, μήνυμα, παραγγελία
Αβίτα = ισόβια
Αβλέμονας = κρημνώδης μορφή εδάφους
Αβλιατσίκι = λογομαχία
Αβουκάτος = δικηγόρος
Αγάλια = σιγά, σιγά
Αγανό = πλέξιμο αραιό, γενικά αραιό ύφασμα
Αγαντάρω = η αντίσταση, ψυχολογική και σωματική 
Αγγειό = σκεύος, αλληγορικά και το καθήκι
Αγγελόκρουξε = τρόμαξε κάποιον πολύ
Αγγελόκρουσμα = τρομάρα, φόβος
Αγγελώθηκα = το τσίμπημα από το αγκάθι
Αγιάζω τσι ταβέρνες = μπαίνω στις ταβέρνες και μεθάω
Αγιούτο = βοήθεια
Αγκλέουρας = δηλητηριώδης θάμνος (σκάσε βούλωστο)
Αγκλεούρι = πικρή γεύση
Αγκλιές = κακό κομμάτιασμα
Αγκομάχισμα = πολύς κόπος, λαχάνιασμα
Αγκούσα = η δυσφορία που δημιουργείται από το φαγητό
Αγκούτικας = σβέρκος
Αγκωνή = γωνία, του ψωμιού, η γωνία
Αγλοιά = αλίμονο
Αγραγκελωνιά = πυράκανθος 
Αγριοκώκι = βίκος
Αγραμπαλώνομαι = σκαρφαλώνω, γαντζώνομαι
Αγραπιδιά = άγριαχλαδιά
Αδερφοφάης = ο αδερφός που δημιουργεί προβλήματα στα αδέρφια του
Αδούρητος = ανεπρόκοπος
Άζουλα = κόπιτσα του φορέματος
Αηπάνου = πάνω, πχ. μου πήρε την αηπάνου μεριά, το απάνω μέρος
Αϊλιακας = αναρριχώμενο φυτό με αρωματικό άνθος
Αίρτα = στα προσεισμικά σπίτια το ανώφλι της πόρτας
Ακλερίτης = για αυτούς που δεν έχουν παιδιά
Ακοπανιά = σε μια στιγμή
Ακουρμένομαι = ακούω κάτι προσεκτικά
Άκωλη = η λίμνη Άβυθος
Αλάδωτος = αβάπτιστος
Αλαλιάζω = ζαλίζομαι, χάνω το νου μου
Αλαλιές = ανοησίες
Αλαμπρατσέτα = αγκαζέ
Αλαξιά = γιορτινό κουστούμι
Αλάργα = μακριά
Αλάργου = μακριά από εδώ
Αλατσίμα = τοις μετρητοίς
Αλαφιασμένος = δείχνει ανήσυχος, ξαφνιασμένος
Αλεγρία =  κέφι
Αλιάδα = σκορδαλιά
Αλισίβα = ελλείψει σαπουνιού, έβραζαν στάχτη για μπουγάδα
Αλιτζόρδινο = αναταραχή, φασαρία
Αλίτουρας = αλιτήριος
Αλιφασκιά = η φασκομηλιά 
Αλλαξά = το γιορτινό κουστούμι
Αλλαξοκωλιά = γάμοι μεταξύ συγγενών
Αλλαξομουσούδιασε = κάποιος που αλλάζει όψη
Αλλαχτό = σαν ξωτικό, τελείως χαζός
Αλουμάγκου = έστω, τουλάχιστο
Αλουποπορδή = άσπρο φυτό που βγάζει μια περίεργη σκόνη
Αλωνάρης = Ιούλιος
Αμά = κατόπιν, αργότερα
Αμάδα = παιχνίδι, παιζόταν με μια πέτρα
Αμάκα = αυτός που ωφελείται, σε βάρος του άλλου
Αμαλαγιά = αποτύπωμα πατήματος
Αμεδά = μήπως
Αμιτσίτσια = στενές σχέσεις, οικειότητα
Αμόλυψε = κάποιος που διέκοψε τη Σαρακοστή
Αμόντε = χαρτοπαικτικός όρος και το αρνητικό αποτέλεσμα μιας υπόθεσης
Αμορόζος = εραστής, αγαπητικός
Αμπαδάρω = κάποιον που υπολογίζω, που λογαριάζω
Αμπαντονάρω = εγκαταλείπω
Αμπενοκλάδι = θανατηφόρος ασθένεια, κατάρα
Άμπιτο = κειμήλιο, αντίκα
Άμπουλες = πίδακας νερού, μεγάλη ποσότητα
Αμπώνω = σπρώχνω
Ανάβολα = όχι βολικά
Αναγκαιμένος = αδύνατος
Αναδεξιμιός = το βαφτιστήρι
Ανάερος = ξεκρέμαστος, μετέωρος
Ανάκαρα = πνοή, αντοχή, κουράγιο
Ανακόλι = έμπλαστρο με φυσικά βότανα
Ανάλαιμα = το φαγητό που για κάποιο λόγο διακόπηκε δυσάρεστα
Ανανοήθηκε = πήρε είδηση ότι κάτι συμβαίνει
Αναούλα = αηδία
Αναπαμός = ανάπαυση
Αναπολητάνα = είδος χαρτοπαιχνιδιού
Αναπιάζει = για το προζύμι που έχει προετοιμαστεί από το βράδυ
Αναριτσιάζω = ανατριχιάζω
Αναρίτσισμα = ανατρίχιασα
Ανάσβολος = άβολος, ανάποδος
Ανασκαμνίζομαι = χασμουριέμαι
Ανασκηρίζω = κάτι που φύλαξα
Ανασμίδα = το θηλυκό γουρούνι
Αναφουφουλιάζω = το στρώσιμο του στρώματος με τα μαλλιά
Αναχάρασμα = μυρικασμός
Ανέμισμα = λίκνισμα στο αλώνι
Ανεμορούφουλας = ανεμοστρόβιλος
Ανεμορπής = ανεμοσκορπισμένα
Ανεμούρι = εξάρτημα του αργαλειού
Ανομάτος = είδος νάνου, λειψός
Ανταρεύτηκε = του άνοιξε η όρεξη, προκλήθηκε
Άντζα = οι γάμπες
Αντίβισε = πίεσε
Αντίγλωσσο = για αυτούς που αντιμιλούν
Αντιλαχτός = αποκρουστικός
Αντίο μαρτσέλλο = «φέξε μου και γλίστρησα»
Αντισκόβω = δυσκολεύω, πισωγυρίζω
Αντιστελώνω = η αντίσταση με τα πόδια
Ανώι = το πρώτο πάτωμα
Ανώρως = νωρίς
Αξάγκλια = η γυναίκα που είναι αχτένιστη
Αξαίνω = μεγαλώνω
Αξετίμητο = κάτι που δεν έχει εκτιμηθεί
Απάκιο = απάνεμο μέρος
Απεικάζω = ξεδιακρίνω
Απένα = μόλις
Απερτούρα = ευκαιρία
Απιδιά = αχλαδιά
Απιεντισά = αδιαφορία
Απίθωσε = ακούμπησε το
Απίκου επί τόπου, στη θέση του
Απίκουπα = μπρούμυτα
Απικουπίζω = γυρίζω κάτι ανάποδα
Απλάδα = μεγάλη ρηχή πιατέλα
Άπλερο = το πρόωρο παιδί
Απλύ = το ρηχό πιάτο
Από κουκί = «παρά τρίχα»
Απογέννι = μικρά αυγά που γεννούν οι παλιές κότες 
Απόδεμα = μάγια για ανικανότητα νιόπαντρου
Αποδιαλεούρια = αυτά που απέμειναν 
Αποκάθενε = κάτω από κάτι
Αποκατάρι = τα χαμηλά κλαδιά της ελιάς, ή των δέντρων
Αποκλαμός = του χταποδιού το πλοκάμι
Αποκολλωμένη = με τα παπούτσια στο χέρι
Αποκοπή = η τελευταία μέρα του χρόνου
Απολοή = απολογία
Απομιτίστηκε = ξεχάστηκε σκυμμένος κάπου
Απόμπηξη = κομμάτι ξερού ξύλου που περισσεύει
Απομπούκουνα = κομμάτια ξερό ψωμί
Αποξυλωμένος = ξυλιασμένος σαν νεκρός
Αποπαίρνω = κατσαδιάζω
Απόπερα = διάτρητο
Απόρριξε = η πρόωρη γέννα, αποβολή
Απόσκιο = η πλαγιά που σκιάζει το απόγευμα
Απόστο = εγκαίρως, πάνω στην ώρα
Απότρυπα = διαμπερές
Αποτσουτσουρωμένος = του έχουν αφαιρέσει το λόγο
Άπραη = χωρίς πείρα
Αραλίκια = οι ευκαιρίες κάπου να αράξεις
Άραχλο = άχαρο, πένθημο
Άραχνα = κάτι πένθιμο, μαύρα κι άραχνα
Αρβάλι = το χερούλι του κουβά (σίκλου)
Αργολαβία = ερωτοδουλειές
Αργκομέντο = πρόφαση, δικαιολογία
Αρεσκιά = το προικοσύμφωνο
Αρεστάρισμα = η σύλληψη από την Αστυνομία
Αριβάρω = φτάνω
Αρίδι = τρυπάνι
Αρίλογας = κόσκινο που ξεχωρίζει την αίρα από το στάρι
Αριποδιά = δρασκελιά, μεγάλο βήμα
Αρμάκι = τμήμα με χώμα που συγκρατείται με λιθιά
Αρμάρι = το ντουλάπι της κουζίνας
Αρνοκόπι = τα μαλλιά που κουρεύουν, των προβάτων
Αρού- παρού = σκόρπια, εδώ και εκεί
Αρπάδι = αυτό με το οποίο ανασύρουν τους κουβάδες από τη στέρνα
Αρτάνα = παρτέρι για λουλούδια
Αρτοπλασία = οι πέντε άρτοι στην εκκλησία
Αρτύθηκε = διέκοψε τη νηστεία
Ασασίνος = δολοφόνος
Ασκολύμπρους = αγκάθια με άσπρες νόστιμες ρίζες
Ασκοπούλια = τα ασκιά που γινόταν από δέρμα ζώου κι έβαζαν το λάδι στα λειτρουβιά
Ασκουπουλιάζουμε = η ατσούμπαλη πτώση σαν το ασκί
Ασπέτα = περίμενε
Ασπροφουδιασμένα = τα άσπρα ρούχα της μπουγάδας
Αστεντούε = δια της βίας, με το έτσι θέλω, οπωσδήποτε
Ασύφταος = κάποιος που δεν έφτασε στο προορισμό του
Ασφάκα = θάμνος, συγγενής της φασκομηλιάς
Ασφελαχτός = αγκαθωτός θάμνος με αρωματικά κίτρινα λουλούδια
Ατακάρω = κάνω έφοδο
Ατετσιόνε = προσοχή
Άτζα = γάμπα
Ατζάρδος = τολμηρός, επιτήδειος
Ατζιώνω = θυμώνω, αγριεύω
Ατούρες = συμπτώματα της εγκυμοσύνης, εμετοί, κακοδιαθεσία
Ατσάραντος = πουλάκι μικροσκοπικό
Άτσοντα-άτσοντα = άκρη-άκρη
Ατσιντέντε ατύχημα, συμβάν
Ατσούπι = ο πλαϊνός τοίχος του σπιτιού
Αυγατίζω = τα κάνω περισσότερα
Αυγουστέλες = οι συκιές που κάνουν το Μάιο και τον Αύγουστο σύκα
Αφιδεύομαι = εμπιστεύομαι
Αφόντες = αφού
Αφόρια = τα ρούχα που δεν έχουν φορεθεί
Αφράλα = το αλάτι που μένει το καλοκαίρι στις πέτρες
Αφριάστηκε = το φτέρνισμα
Αφρόντο = προσβολή
Αχαντές = χαζός, μικρόμυαλος
Άχαρος = κάποιος που δεν χάρηκε
Αχνούπας = περιλαμβάνει τους καρπούς του σταριού, βρώμης κ.τ.λ.
Αχούνουπας = τ΄αχάνια του σταριού
Αχρόνιαος = αναφέρεται και στην κατάρα, να μην ξεχρονιάσεις
Αψιαίματος = θερμόαιμος
Αψίληθρας = φυτό διαδεδομένο αρωματικά
Αψιώνω = ανάβω από θυμό, ζεσταίνομαι
Αψώθηκε = θύμωσε, έτοιμος για καυγά

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Νίκος Καββαδίας

Ο Νίκος Καββαδίας, γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας.
Ο πατέρας του, Χαρίλαος Καββαδίας, είχε τη ρωσική υπηκοότητα και διατηρούσε επιχείρηση εισαγωγών - εξαγωγών προμηθευτής του τσαρικού στρατού και η μητέρα του, Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλλονιάς.
Το 1914, με την έκρηξη του Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στην Κεφαλλονιά, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά. Γυρίζει και πάλι στην Ελλάδα το 1921.
Ο μικρός Νίκος ήδη από το σχολείο δείχνει το ταλέντο του εκδίδοντας ένα σχολικό περιοδικό τον “Σχολικό Σάτυρο”. Τελειώνοντας το γυμνάσιο δουλεύει υπάλληλος σε ένα ναυτικό γραφείο στο Πειραιά. Όμως δεν του ταιριάζει σαν επάγγελμα και μπαρκάρει ναύτης σε φορτηγό πλοίο.
Ο Καββαδίας αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα του από πολύ νωρίς σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά αλλά την επίσημη είσοδο του στα ελληνικά γράμματα την κάνει το 1933 με την ποιητική του συλλογή “Μαραμπού”. Το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ασυρματιστή αλλά τον προλαβαίνει ο πόλεμος και επιστρατεύεται στο αλβανικό μέτωπο.  Με το τέλος του πολέμου μπαρκάρει σαν ασυρματιστής και ταξιδεύει συνεχώς. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο από το 1954 μέχρι και το 1974, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν το θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και του «Πούσι» το 1961, το θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φίλιππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας, όταν προβλήματα υγείας τον αναγκάζουν να σταματήσει τα ταξίδια. Μόλις μετά από τρεις μήνες στη στεριά, πεθαίνει το 1975, από εγκεφαλικό.

Η δημοτικότητα του Καββαδία και του έργου του εκτοξεύτηκε στα ύψη την δεκαετία του 80 με τις πρώτες μελοποιήσεις των ποιημάτων του με τον "Σταυρό του Νότου" του Θάνου Μικρούτσικου. Ακολούθησαν "Οι γραμμές των Οριζόντων" από τον ίδιο συνθέτη και μέχρι σήμερα είναι από τους πιο αγαπημένους έλληνες ποιητές.


ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ
Μαραμπού (1933)
Πούσι (1947)
Τραβέρσο (1975)

ΠΕΖΑ
Βάρδια (1954)
Λι (1987)
Του πολέμου (1987)
Στο άλογό μου (1987)



http://kavvadias.ekebi.gr/


Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

Αργοναύτης

Στά τέλη τής δεκαετίας τού 1980 είχα τήν τύχη να γνωρίσω και να φωτογραφίσω, στό λιμάνι τού Φισκάρδου, ένα από τα πιό σπάνια κεφαλόποδα. Ο Αργοναύτης είναι ένα κεφαλόποδο μαλάκιο πού ταξιδεύει ανά τον κόσμο στούς τροπικούς και υποτροπικούς ωκεανούς και κοντά στήν επιφάνεια. Μέσα στό κέλυφος ζεί το Θηλυκό Αργοναύτης, προστατεύοντας τα αυγά από επίθεση αρπακτικών μέχρι να εκκολαφθούν. Έχει οκτώ πλοκάμια, δύο από τα οποία είναι μοναδικά, πού τα χρησιμοποιεί για τη συλλογή τροφής. Τα κοχύλια ξεβράζονται σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά η συλλογή ενός ζώου που εξακολουθεί να κατοικεί στο κέλυφός του είναι ένα πολύ σπάνιο γεγονός. Τα κεφαλόποδα αυτά παρουσιάζουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στην επιστημονική κοινότητα, δεδομένου ότι πιστεύεται ότι είχαν εμφανιστεί πρίν από περίπου 400 εκατομμύρια χρόνια.
Το επιστημονικό του όνομα Paper Nautilus, Αργοναύτης, είναι μυθικό Ελληνικής καταγωγής. Οι Αργοναύτες ήταν μια ομάδα Ελλήνων ηρώων που, με επικεφαλής τον Ιάσονα και το πλοίο πού ονομάστηκε Αργώ, ταξίδεψε στην Κολχίδα να αποκτήσουν το χρυσόμαλλο δέρας.








http://researchdata.museum.vic.gov.au/argosearch/argo.html
http://www.seabean.com/thingsthatfloat/papernautilus/