Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Κεφαλλονίτικες Ιδωματικές Λέξεις (Σ)


Σ 

Σαγάνι = καπάκι κατσαρόλας
Σαγιαδόρος = χειροποίητη μπετούγια
Σάγιασμα = υφαντό ύφασμα που προστάτευε τα ιδρωμένα ζώα
Σάγρος = δερματοπάθεια βρεφών 
Σαλαβρίχα = μεγάλη σαύρα
Σαλάγιασμα = καθοδήγηση των ζώων
Σαλαμίδι, και σαλαβρίχα = σαμιαμίδι
Σάλαος = θόρυβος
Σάλιο στη μύτη (βάνω) = κοροϊδεύω, εξαπατώ
Σαλίτζο = δάπεδο
Σαμάκι = ρουκέτα
Σαμαροσκούτι = το ύφασμα του σαμαριού
Σάματις = μήπως
Σαμουτσούλα = σφυράκι
Σάμψυχος = αρωματικό χόρτο για πίτα
Σαράκος = μεγάλο πριόνι για δέντρα
Σαρτάω = πηδάω
Σάρτος = μεγάλο πήδημα
Σάρωμα = σκούπα
Σβέρδονας = νόθος γιος
Σβίδο = κούρδισμα, εριστική πρόκληση
Σβιλάδα = ανεμοστρόβιλος, αλλά και έντονος κοιλόπονος
Σβιντάρω = πειράζω κάποιον
Σγαράρω = μετακινώ, βγαίνω από τη θέση
Σγαρίλιος = αλάνι, μάγκας
Σγαρνίζει = σκάβει
Σγόμπα = καμπούρα
Σγουμπός = καμπούρης
Σγουριά = χτύπημα
Σεγόντο = δεύτερη φωνή στις καντάδες
Σέκιο = μονάδα μέτρησης υγρών, 20 πίντες
Σέκο = σκληρό καπέλο
Σέκος =  τον στέγνωσε ο αέρας, ξερός
Σεληνιασμός = επιληψία
Σέμπρε = συνέχεια, διαρκώς
Σέμπρος = χτύπημα μισά-μισά, συνεταιρικά
Σενιάρω = ταχτοποιώ
Σεντούκι = μπαούλο
Σεπάριο = αυλαία
Σεράτα = βραδινή συναυλία
Σερβιτσάλια = σερβίτσια
Σεριόζα = σοβαρά
Σέρπετο = πεταχτό, προκομμένο
Σέστα = καμώματα
Σεστάρισμα = νοικοκύρεμα
Σημαμένη σαρκάλα = σπασμένο κεφάλι
Σίβο = γκρίζο πρόβατο
Σιγκούνεψε = βρώμισε
Σιγουράντσα = σιγουριά, ασφάλεια
Σίδαυλο = μασιά
Σίκλος = κουβάς
Σιμάθε = από κοντά
Σιμονίτσα = πρώιμα φυτρωμένος σπόρος που είχε μείνει στο χώμα
Σιμπόνεψε = βρώμισε
Σινοπίδι = ασθένεια κηπευτικών
Σιορ = κύριος (τίτλος ευγενείας)
Σιόρα = κυρία
Σιορπάτρης = πατέρας
Σιροκολέβαντο = πολύ άσχημος καιρός
Σιφερτάση = σερβίτσιο φαγητού
Σίχλα = μούχλα
Σκαλέτες = ραδιουργίες, τεχνάσματα
Σκαλόπετρα = σαρανταποδαρούσα
Σκαλούνι = πέτρινο σκαλοπάτι
Σκαμνιά = μουριά που κάνει μεγάλα μούρα
Σκαμπέλο = κομοδίνο
Σκάνιο = σκαμνί
Σκανταλέτο = σίδερο με κάρβουνα
Σκαντζάρω = αλλάζω, αντικαθιστώ
Σκάντζια = ξύλινο ράφι για πιάτα
Σκάντζουπας = μικρόσωμος
Σκαπουλάρω =γλιτώνω
Σκαραφόνος = μαχαιροβγάλτης, αλλά και πειραχτήρι
Σκαρίζει = ωριμάζει
Σκαρίκια = ευχάριστη είδηση
Σκαρίσανε = αρχίσανε να ωριμάζουνε
Σκάρισε = έβγαλε το κοπάδι για βοσκή
Σκαρόβλογο = κατάρα
Σκάρτο = όχι όλο, όχι πλήρες
Σκαρτσουμάδια = μικρά όστρακα
Σκαρτσούνια = μάλλινες κάλτσες
Σκαρφίστηκε = του ήρθε ιδέα, σκέφθηκε
Σκάση = στενοχώρια
Σκατζοπέρναρο = πουρνάρι άγριο με μικρά φύλλα
Σκατοκουτάλα = υβριστικό για όσους σπέρνουν λόγια
Σκάτουλα = κουτί σπίρτων
Σκατόψυχος = υβριστικό για πεθαμένο με κακές πράξεις εν ζωή
Σκέπη = βαμβακερό μαντήλι
Σκιαζάρης = δειλός, φοβητσιάρης
Σκιάζομαι = φοβάμαι
Σκλεπούνι = μικρό κουνούπι
Σκλήθρα = μυτερό κομμάτι ξύλου
Σκλιτσέτο = κλύσμα
Σκολοπετρίδα = σαρανταποδαρούσα
Σκόρσο = τράνταγμα
Σκορτσάμπουνο = χειροποίητο μουσικό όργανο από δέρμα ζώου
Σκοτίδι = σκοτεινά
Σκοτίδια = σκοτάδια
Σκουλάρισε = έπαψε να φαίνεται
Σκουλαμέντα = Τα αφροδίσια νοσήματα
Σκούλι
= το όχι κοφτερό μέρος του μαχαιριού
Σκούρα = τα παραθυρόφυλλα
Σκουράντζος = ρέγκα καπνιστή
Σκουσμάκια = δυνατές φωνές ή κλάματα
Σκουτέλα =μεγάλο φλιτζάνι
Σκουτέλι = μικρό φλιτζάνι
Σκουτί = ρούχο
Σκουτιά = ρούχα
Σκρεμιδεύω = παίζω
Σκρίτο = συμβόλαιο
Σκροβοντίστηκε = έπεσε και χτύπησε
Σκρούμπος = σκουμπρί
Σκρόφα = γουρούνα
Σκρόφουλες = καρκίνος του λαιμού
Σκρώχνει = τσιμπάει, κεντρίζει
Σκυβάρω = υπομένω
Σμαρδακάγια = ζημιά
Σογάντζα = διακοσμητικό διάζωμα κτιρίου
Σοκάρδι = είδος γιλέκου, στηθόδεσμος
Σόλιο = παιχνίδι τράπουλας
Σόμπολα = μικρές πέτρες
Σοναδόρος = οργανοπαίχτης
Σοτανά = διάολε
Σοτροπιάζει = το σεστάρει, το τακτοποιεί
Σουγιέλο = λούκι
Σούζο =ακίνητος
Σουλάτσο = περίπατος
Σουλιμέντο = γλυκότροπο
Σούμπιτος =ολόκληρος
Σουρδαλίμω = σουρλουλού
Σούρδου-μούρδου = ακαταστασία
Σουρλάς = ξύλινος κάδος
Σουρούπι = ρόφημα ζεστό για γρίπη
Σουρτάρα = το ζώο που πάει μπροστά και ακολουθούν τα άλλα
Σουρτούκο = πανωφόρι
Σούρωμα = στράγγισμα
Σουσουμιάζει = παρομοιάζει
Σουσούμια = χαρακτηριστικά
Σουσουράντες = κουτσομπόλης
Σούτα = γίδα χωρίς κέρατα
Σοφιγάδο = πατάτες γιαχνί
Σπαβεντάρω = τρομάζω
Σπαβέντο = τρομάρα
Σπαγκαδόρος = επιδειξίας, φαντασμένος
Σπακάδα = επιδειχτική πόζα , καυχησιά
Σπαλέτα = σάλι, κασκόλ
Σπάος = σπάγγος
Σπαρτσίνα = λεπτό σχοινί
Σπασμένος = ο έχων κήλη
Σπατσάρω = σκουπίζω, ξεμπερδεύω, παρατάω
Σπεκτάκολο = εξαιρετικό θέαμα
Σπερματσέτο = κερί
Σπερνά = κόλλυβα, όχι μόνο στα μνημόσυνα αλλά και στα πανηγύρια
Σπετσιέρης = φαρμακοποιός
Σπετσαρία = φαρμακείο
Σπιανάδο = ισοπεδωμένο
Σπιέρα = τζάμι
Σπίλα = κάρφωμα
Σπιτάλιο = νοσοκομείο
Σπλομανάει = χτυπάει η καρδιά του
Σποδέρνω = άνοιξε η μύτη μου
Σπολάητης = εις πολλά έτη, να μου ζήσεις
Σπολέτα = φυτίλι
Σπόρισε = έχει ευκοιλιότητα
Σπρέτσο = ταπείνωση
Σταγκωτής = γανωματής
Στάκα = στάσου, περίμενε
Σταλός = ιερό μέρος για πρόβατα
Σταλώνω = ωριμάζω 
Στάμα = τα ελαιόπανα που μπαίνουν κάτω απο το πιεστήριο
Σταμνί = μετρική μονάδα κρασιού 94 πίντες
Σταμπιλίτος = πληρώνεται για να κάνει κάθε κακό
Στανιάρησε = έγινε στέρεο, σιγουρεύτηκε
Στανιό = ζόρι 
Σταξιά = σταγόνα
Στασινάρω = βιάζω, βασανίζω
Στατέρι = στατήρ
Σταφυλιώνας = επιγλωτίδα
Σταφνισμένος = προκομμένος, μυαλωμένος
Σταφυλιόνι = νόστιμο χόρτο που φυτρώνει σε αμπελώνες
Στγεί = στήνει παγίδες
Στελιάζω = στυλώνω, στήνω
Στέλλες = διχαλωτά στυλάκια για ανασήκωμα φυτών
Στελομάρτιασε = στρίμωξε
Στένεψη = άσθμα
Στέρφα = στείρα
Στεφάνια = μεγάλες προεξέχουσες πέτρες
Στιμάρω = εκτιμώ, σέβομαι
Στιχερό = το όρθιο ξύλο στο κέντρο του αλωνιού
Στόσμιγο = ανακατωμένο αλεύρι σιταριού και κριθαριού
Στουντιάρει = μελετάει
Στουπίρω = μένω έκπληκτος, θαυμάζω
Στουπουλίδα = ψιλό και πυκνό χιόνι 
Στραβοκατακλείδιασε = στράβωσε το σαγόνι
Στράκωσε = πάτησε πολλές φορές το δρόμο
Στρατόνι = αμαξωτός δρόμος
Στράτσο = παλιό κουρέλι
Στρέπετος = θόρυβος
Στριφογκώνιασε = τον στρίμωξε
Στρίφτουλας = σβούρα
Στρουμπάρα = ασθένεια των αιγοπροβάτων
Στρουνιάρης = δύστροπος διεκδικεί δίκιο χωρίς ν΄ έχει
Συβίζω = ταιριάζω ζώα
Συγκάνω = ταιριάζω απόλυτα με κάποιον
Συγκάρτσελοι = φύγανε όλοι μαζί
Συγορία = γλυκομίλητη
Συθέμελα = από τα θεμέλια
Συλίντριχος = από τα θεμέλια
Σύλογα = κουτσομπολιά
Σύμασε = μάζεψε, συγκέντρωσε
Συμπαγαδώνω = καθησυχάζω
Συμπάει = βάζει ξύλα στην φωτιά
Συμπούρμπουλοι = όλοι μαζί
Συνέμπασα = αποθήκευσα τα προϊόντα
Συνορίτες = γείτονες στα κτήματα
Συνόσκαλος = συνομήλικος
Σύντα = όταν
Συντροδή = οχλαγωγία, φασαρία
Συχέριο = κοινή προσπάθεια
Σφαγαριά = η Κυριακή της Αποκριάς
Σφαή = σβέρκος
Σφαλάγκι = αράχνη
Σφαλαγκουνιά = ιστός αράχνης
Σφαλιάστηκε = έπαθε στη γέννα
Σφίγκλα = καρφίτσα ραπτικής
Σφογάρει = κατουράει 
Σφόγιο = σφήνα που μπήγουν στα κούτσουρα
Σφόντυλας = η σπονδυλική στήλη
Σφοντύλι = ξύλινο βαρίδι διάτρητο, μέρος του αδραχτιού
Σφουντουρίζει = εκσφενδονίζει
Σωκάρδι = στηθόδεσμος, φανελάκι, εσωτερικό ρούχο
Σώνω = φτάνω
Σώσεζε = σάπισε
Σωτοβέλεσο = άσπρο μακρύ μεσοφόρι  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου