Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Κεφαλλονίτικες Ιδωματικές Λέξεις (Τ)


Τ 

Τάβλα = σανίδα
Ταβλομάχαιρο = μαχαίρι τραπεζιού
Ταβολίνι = μικρό τραπέζι
Τακίμι = κουστούμι
Τακουί = πορτοφολάκι τσάντας
Ταπέτο = χαλί
Τάραμα = αναστάτωση, θυμός
Ταράω = κοιτάζω
Ταρκαζίνα = δερμάτινος σάκος τσοπάνηδων
Τάρταρος = κατάλοιπα κρασιού επικολλημένα στο εσωτερικό βαρελιού
Ταταλιά = φοινικόδεντρο
Ταταράζει = κλαίει με πείσμα
Ταφιάζομαι = σκοτώθηκε από πέσιμο
Τενέλι = δόκανο για πουλιά
Τέντα- γρέντα = φαρδιά πλατιά
Τερμενάρω = περιμένω, χρονοτριβώ
Τεσταδόρος = φαντασμένος
Τζατζαμίνι = γιασεμί
Τζέντζερης = χάλκινη κατσαρόλα
Τζέντζερας = μεγάλη δηλητηριώδης σφίγγα
Τζογαδόρος = χαρτοπαίχτης
Τζογάρω = παίζω τυχερό παιχνίδι με χρήματα
Τζόγια = χαρά, ομορφιά
Τζόρτζινας = είδος μεγάλης σφήκας
Τηράω = κοιτάζω
Τίποτσι = τίποτα
Τομάτσι = είδος νωπών χοιλοπήτων
Τόμου = αφού, όταν
Τόντις = αληθινά
Τόρτσα = χοντρή λαμπάδα
Τουβαέλι = υφασμάτινη πετσέτα του φαγητού
Τουμπάνι = είδος δερμάτινου κόσκινου
Τουμπάνιασε = παραφούσκωσε
Τουρλίδα = γρύλος, τριζόνι
Τουρμαλίνα = πολύτιμο πετράδι
Τράβο = πάτερο
Τραιτούρος = διπρόσωπος, δόλιος
Τράουζα = παντελόνι
Τραπέτσι = πολύ ξινό
Τραταμέντο = κέρασμα
Τρατάρω = κερνώ
Τράτο = χρονικό περιθώριο
Τρεματούρα = τρέμουλο, ρίγος
Τρεμέντζο = εσωτερικό χώρισμα σπιτιού
Τριγυράντα = περίπατος
Τριζόνι = ροκάνα
Τριόλι = μικρό μπαρμπούνι
Τριομφάρω = θριαμβεύω
Τριπιντάρα = μπουκάλα πού χωράει τρεις πίντες
Τρίπουλας = μικροκλέφτης
Τρισέτο = είδος χαρτοπαίγνιου
Τρίτσα = ψάθινο καπέλο
Τρόμπουλες = φασαρίες
Τρωγάδα = σφοδρός νότιος άνεμος
Τσάζω = μιλώ
Τσάκωσε = έπιασε
Τσαμπούνα = είδος σφυρίχτρας από λεπτό καλάμι
Τσαμπουνάω = φλυαρώ
Τσαρκαρεύω =ψάχνω
Τσάρκος = χώρισμα μαντριού για νεογέννητα ζώα
Τσαρουχόλουρο = λεπτή στριφτή δερμάτινη λωρίδα
Τσάχαλα = σκουπίδια
Τσελεμπριτά = ξακουστός, σπουδαίο πρόσωπο
Τσεντιλιτά = ευγένεια, τυπικότης
Τσερέπα = ψήνει φαΐ στη χόβολη
Τσερβέλο = κεφάλι, μυαλό
Τσέρτα = σιγουριά
Τσερταμέντε = βεβαιότητα
Τσιγαρίδι = γιαχνιστά χόρτα
Τσιγκριά = αγκαθωτό σύνεργο που διαχωρίζει τις γερές τρίχες μαλλιών
Τσίγκρισε = ερέθισε, προκάλεσε
Τσιέρα = χρώμα προσώπου
Τσίκα = γιομάτο μέχρι επάνω
Τσιλίχουρδα = εντόσθια αρνιού
Τσίμα = κορυφή, άκρη
Τσιμουδιά = ησυχία
Τσίνιαρης = οξύθυμος
Τσινοβράκι = παντελόνι από μάλλινο υφαντό
Τσιπούνι = ζακέτα
Τσιπουριά = πιεστήριο για πατημένα σταφύλια
Τσιπουρίτης = τσίπουρο
Τσιροπούλια = σπουργιτάκια
Τριρλιό = διάρροια
Τσιρτσιμούτσι = καυστική σόδα
Τσίφα = γίδα με μικρά αυτιά
Τσουγνί = ολόμαλλο υφαντό
Τσούζει = δέρνει με μαστίγιο ή λεπτή βέργα
Τσόλια = τρίχινα φάκελλα ελαιοτριβείου
Τσούλο = πρόβατο με μικρά αυτιά
Τσούλωσε = σήκωσε τ αυτιά για να ακούει καλύτερα
Τσουράπια = κάλτσες
Τσουρδέλα = παλιοθήλυκο
Τσουρούφλια = κατσαρωμένα μαλλιά
Τσώπα = σώπασε
Τσουρλάω = πίνω
Τυλιγάδι = κοντάρι με διχάλες στις άκρες για τύλιγμα νημάτων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου